ΠΜΣ Θεωρίας και Ιστορίας της Τέχνης (ΜΕΘΙΣΤΕ)

Permanent URI for this collection

Browse by

Recent Submissions

Results 1 - 5 of 25
  • Item
    Open Access
    Εκδοχές ισορροπίας: Οι εναλλαγές ρόλων καλλιτέχνη και επιμελητή και η συναίρεσή τους στο πλαίσιο των ανεξάρτητων χώρων καλλιτεχνών
    Κουτρομάνου, Λήδα (Μεταπτυχιακή εργασία, Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών, 2024)
    Η παρούσα εργασία ερευνά τις εναλλαγές ρόλων καλλιτέχνη και επιμελητή και τη συναίρεσή τους στο πλαίσιο των ανεξάρτητων χώρων καλλιτεχνών (artist-run spaces). Το διάστημα μεταξύ 1960 και 1990 προσδιορίστηκε ως το χρονικό πλαίσιο της έρευνας, καθώς σταδιακά εμφανίζονται ζητήματα που σχετίζονται με το θέμα, όπως η οικειοποίηση της ιδιότητας του δημιουργού από τον επιμελητή, η ανάληψη διευρυμένων αρμοδιοτήτων από καλλιτέχνες και επιμελητές εξίσου, η διεκδίκηση των όρων παρουσίασης του καλλιτεχνικού έργου και η ανάγκη του καλλιτέχνη για αυτοπαρουσίαση. Αρχικά, εξετάζονται οι αντιμεταθέσεις ρόλων καλλιτέχνη και επιμελητή, με κύριο άξονα τις μελέτες των Paul O’Neill και Elena Filipovic. Έπειτα, παρατίθενται εμβληματικές–για το δυτικό παράδειγμα–εκθέσεις, στις οποίες εντοπίζεται έντονα το στοιχείο του μετασχηματισμού των ρόλων. Τέλος, μελετώνται οι ανεξάρτητοι χώροι καλλιτεχνών, από τη δεκαετία του ’60 έως τα τέλη του ’90, ως ριζώματα αυτών των εξελίξεων. Στόχος της εργασίας είναι να ερευνηθεί η πιθανή σύνδεση της ρευστότητας μεταξύ καλλιτέχνη και επιμελητή, που οδήγησε στη δημιουργία διευρυμένων, υβριδικών ταυτοτήτων, και της ανάδυσης των ανεξάρτητων χώρων καλλιτεχνών.
  • Item
    Open Access
    Ενόρμηση θανάτου: Ερωτισμός, αυτοθυσία και αισθητική
    Τσακαλιάδης - Σωτηράκογλου, Αναστάσιος (Μεταπτυχιακή εργασία, Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών, 2022)
    Η έννοια της ενόρμησης του θανάτου αφορά στην αναγνώριση μιας έμφυτης ιδιότητας των έμβιων όντων να τείνουν προς την αυτοκαταστροφή τους, ένα είδος ενστίκτου που αντιπαραβάλλεται προς αυτό της αυτοσυντήρησης. Έχοντας εξετάσει συγκριτικά τις διαφορετικές ψυχαναλυτικές προσεγγίσεις του Sigmund Freud και της Sabina Spierlein, η έρευνα οδηγείται στο πεδίο της φιλοσοφίας του Georges Bataille, στην οποία διατυπώνεται η αισθητική διάσταση του ερωτισμού ως εκπορευόμενη από ένα είδος ενόρμησης θανάτου, η οποία ερμηνεύεται με γνώμονα την αρχέγονη σχέση ανάμεσα στη θυσία και το ιερό. Αυτή η σχέση μας οδηγεί στην έννοια της αυτοθυσίας, ενδεικτική για τον ρόλο της ενόρμησης του θανάτου στη Χριστιανική θεολογία. Έχοντας αναλύσει τη συγκρότηση του νεωτερικού υποκειμένου βάσει της υπαρξιακής θεολογίας του Søren Kierkegaard και λαμβάνοντας υπόψη την φιλοσοφική διαχείριση του παράλογου από τον Albert Camus, επιχειρώ να ερμηνεύσω την ηθική, πολιτική και αισθητική διάσταση του ζητήματος της αυτοκτονίας ως το κατεξοχήν πεδίο εκδήλωσης της ενόρμησης του θανάτου. Η παραπάνω ροή σκέψης συνοδεύεται σε όλα της τα κομβικά σημεία από πειραματικές αναγωγές και συσχετισμούς με εικαστικά και κινηματογραφικά έργα, καταλήγοντας στη φωτογραφία ως υποδειγματικό μέσο τεκμηρίωσης και εικαστικής απόδοσης της ενόρμησης του θανάτου.
  • Item
    Open Access
    Τέχνη στον δημόσιο χώρο: ο ρόλος των θεσμών της τέχνης στη διαμόρφωση πολιτικού λόγου. Το παράδειγμα του Οργανισμού ΝΕΟΝ, 2014-2017
    Καρατζά, Ασημίνα Σ. (Μεταπτυχιακή εργασία, Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών, 2023)
    Η τέχνη στον δημόσιο χώρο ή δημόσια τέχνη αποτελούν την ευρύτερη θεματική της ανά χείρας εργασίας. Η θεματική αυτή εξετάζεται μέσα από το θεσμικό και πολιτικό πρίσμα. Εξετάζεται λοιπόν η δημόσια τέχνη που δύναται να παράξει διάλογο και να αποτελέσει πεδίο διάδρασης ή και σύγκρουσης αλλά και πεδίο ενεργοποίησης της δημόσιας σφαίρας. Η παρούσα εργασία πραγματεύεται έννοιες που εμπίπτουν στην κατηγορία του δημόσιου φυσικού χώρου και εξετάζει πώς η τέχνη στον δημόσιο χώρο μπορεί να διαμορφώσει πολιτικό λόγο. Χρονική αφετηρία της έρευνας, σε ό,τι αφορά στη βιβλιογραφική επισκόπηση και την θεωρητική πλαισίωσή της, τίθεται η εποχή όπου η δημόσια τέχνη παύει ναταυτίζεται αποκλειστικά με την μνημειακή γλυπτική ενώ παράλληλα αναδύεται και η κοινωνική της λειτουργία, καθώς οι καλλιτέχνες προσπαθούν να απαντήσουν σεσυγκεκριμένα κοινωνικοπολιτικά ερεθίσματα, νιώθοντας την ανάγκη να εκφράσουν σύγχρονα ζητήματα και προβληματισμούς και να ασκήσουν θεσμική κριτική. Πρόκειται για μια μορφή πολιτικής τέχνης που έχει ως στόχο την κοινωνική αλλαγή εστιάζοντας στον δημόσιο διάλογο. Η έρευνα στη συνέχεια στρέφεται στο ελληνικό πλαίσιο. Συγκεκριμένα, επιχειρείται μια προσέγγιση των προγραμμάτων Έργο στην Πόλη και Contemporary Heritage που διοργανώνει ο οργανισμός ΝΕΟΝ με την υποστήριξη του Υπουργείου Πολιτισμού και Αθλητισμού. Προκειμένου να κατανοηθούν πολλές επιλογές του οργανισμού αλλά και διαφορετικές πτυχές και προσεγγίσεις των εκθέσεων κρίθηκε απαραίτητο να μελετηθούν βασικές έννοιες όπως η δημόσια τέχνη ή η τέχνη στο δημόσιο χώρο, αλλά και η εξέλιξη της γενεαλογίας της κατά τη στροφή προς τον 21ο αιώνα με ό,τι αλλαγές επήλθαν στις καλλιτεχνικές πρακτικές τις εν λόγω δεκαετίες. Πέραν τούτου, απαραίτητο κρίθηκε να εξεταστεί και το θεσμικό πλαίσιο της τέχνης ως κέντρου λήψης αποφάσεων ως προς την διοργάνωση εκθέσεων σύγχρονης τέχνης και τέλος να διερευνηθεί πώς διαμορφώνεται πολιτικός λόγος εντός αυτών των θεσμικών πλαισίων. Η παρούσα εργασία θα μπορούσε να ιδωθεί ως μια προσπάθεια στοχασμού και μελέτης ζητημάτων που θέτουν στον πυρήνα τους έναν πολιτικό λόγο που μπορεί να αρθρώνεται ως ενεργό αντιστάθμισμα των κυρίαρχων αφηγήσεων θέτοντας ένα κύριο ερώτημα: «Πώς και αν οι κυρίαρχοι καλλιτεχνικοί θεσμοί διαμορφώνουν πολιτικό λόγο στα εικαστικά πράγματα και υπό ποιους όρους;
  • Item
    Open Access
    Κατοικείν άνευ κτίζειν; Το SUPERSTUDIO, οι κριτικές ουτοπίες και ο επαναπροσδιορισμός του αντικειμένου της αρχιτεκτονικής (1966-1973)
    Παπούλια, Χριστίνα Γ. (Μεταπτυχιακή εργασία, Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών, 2022)
    Η εργασία εξετάζει το Superstudio ως κίνημα της ριζοσπαστικής πρωτοπορίας που γεννήθηκε στην Ιταλία αλλά αφορούσε τον αρχιτέκτονα και το ρόλο του στο παρόν και το μέλλον και την ανάγκη επανανοηματοδότησης της αρχιτεκτονικής ως βασικής συνθήκης της ανθρώπινης ύπαρξης. Στα μέσα της δεκαετίας του ’60 εν μέσω εξεγέρσεων στη Φλωρεντία, μία ομάδα φοιτητών και αρχιτεκτόνων με το όνομα Superstudio επιχείρησε να προσεγγίσει το ζήτημα της ανάγκης επαναπροσδιορισμού του αντικειμένου της αρχιτεκτονικής μέσω μιας διανοητικής, εικαστικής και όχι οικοδομικής διαδικασίας. Η αντίδραση στη συντηρητική προσκόλληση του Πανεπιστημίου αλλά και της ίδιας της πόλης της Φλωρεντίας στο Μοντέρνο ως ξεπερασμένου τρόπου προσέγγισης της αρχιτεκτονικής και στη μετατροπή του αρχιτέκτονα σε κατασκευαστή των σχεδίων μεγάλων ιδιωτικών οικοδομικών επιχειρήσεων οδήγησε στην έκθεση Superarchitettura που διοργανώθηκε μαζί με την ομάδα Archizoom στην Πιστόια το 1966. Πρόκειται για το μανιφέστο ενός βραχύβιου αλλά ιδιαιτέρως επιδραστικού ριζοσπαστικού κινήματος στην αρχιτεκτονική που επιδίωξε να στηλιτεύσει τον ακραίο και άκρατο Μοντερνισμό και όχι μόνο: “Superarchitettura, is the architecture of superproduction, of superconsumption, of superinduction to superconsumption, of the supermarket, of superman and super-petrol.” Με επιρροές από τους Καταστασιακούς, τη Φαινομενολογία και τη Σχολή της Φρανκφούρτης οι Ιταλοί αρχιτέκτονες εξετάζουν με ιδιαίτερη οξύτητα, κυνισμό και κριτική στάση το ζήτημα της ουτοπίας αλλά και το αδιέξοδο στο οποίο έχει περιέλθει η αρχιτεκτονική. Κατασκευάζουν κριτικές ουτοπίες και αποσύρονται (προσωρινά) από το κτίζειν προκειμένου να επιδοθούν σε ένα εποικοδομητικό σκέπτεσθαι περί του κατοικείν. Αντιλαμβάνονται το σχέδιό τους όχι σαν τρισδιάστατο μοντέλο μιας πραγματικότητας που θα αποκτήσει σάρκα και οστά μέσω της προσαρμογής της κλίμακας, αλλά σαν οπτικοποίηση μιας κριτικής αντιμετώπισης του αρχιτεκτονικού σχεδιασμού ως φιλοσοφικής υπόθεσης, ως μέσο προς τη γνώση, ως κριτικό υπάρχειν, ως σκέπτεσθαι περί του κατοικείν άρα και κατοικείν.
  • Item
    Open Access
    Ο κινηματογράφος ως μετά - ζωγραφικό θέαμα: Η επιρροή της εικαστικής αφήγησης στην αφήγηση στον κινηματογράφο
    Καραγκιοζίδου, Ειρήνη Φ. (Μεταπτυχιακή εργασία, Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών, 2021)
    Διαχρονικά θεωρείται δεδομένο ότι οι εικόνες του κινηματογράφου - πρέπει να - αποτελούν «εικονογραφική» πλαισίωση της κινηματογραφικής αφήγησης. Ωστόσο έχει τεθεί πολλές φορές μέχρι τώρα η αμφισβήτηση αυτής της θέσης στα πλαίσια της υποβίβασης της σημασίας της κινηματογραφικής εικόνας έναντι του αφηγηματικού της λόγου. Η υπεροχή αυτή της αφήγησης- λόγου έναντι της αφήγησης- εικόνας, οδηγεί την παρούσα μελέτη να αναζητήσει στο πρωτο-κινηματογραφικό θέαμα, τη ζωγραφική, την έννοια της αφήγησης. Μέσα από τη διαδικασία της έρευνας επιβεβαιώνεται το γεγονός πως κόντρα στην κλασική αριστοτελική αφήγηση, πολλές φορές αναδεικνύονται αφηγήσεις που απορρίπτουν την αφηγηματική δομή που απορρέει από τη λογοτεχνία. Έτσι κινηματογραφιστές επιλέγουν στοιχεία από τη ζωγραφική, όπως ο εικαστικός και σκηνοθέτης Peter Greenaway, «που δείχνουν αποφασισμένα να μην υποστούν καμιά αλλαγή και αρνούνται να μετατρέψουν τη μορφή τους»1 και τα μεταφέρουν στον κινηματογράφο απελευθερώνοντας μία νέα αφηγηματική διάσταση. Αυτά τα ίδια δηλαδή στοιχεία, δεν χρήζουν εξωτερικής αφήγησης, αλλά δημιουργούν τη δική τους. Δεν είναι λίγες συνεπώς οι φορές που η ζωγραφική ως αφηγηματικός πρόδρομος, επηρεάζει την κινηματογραφική αφήγηση η οποία αναπτύχθηκε πολύ αργότερα χρονικά. Όταν αναφερόμαστε στην επιρροή, δεν αναφερόμαστε στην μεταφορά ενός ζωγραφικού πίνακα σε live action2 εικόνα, αλλά στην συνέχεια αυτού στην κινηματογραφική οθόνη με άλλα μέσα. Εστιάζουμε στις οπτικές ποιότητες και στις αφηγηματικές τεχνοτροπίες που μπορεί να έχει ένα ζωγραφικό έργο και να επαναερμηνευτούν σε μια ταινία με εντελώς διαφορετικό τρόπο, αλλά διατηρώντας την ίδια ουσία. Οι καλλιτέχνες (εικαστικοί και κινηματογραφιστές) που θα εξετάσουμε συνεπώς απορρίπτουν την κλασική αφηγηματική δομή και εμπνέονται και ενσωματώνουν την εικαστική τέχνη στην κινηματογραφική τους απεικόνιση. Αυτό φυσικά δεν θα μπορούσε παρά να ανήκει ως κίνηση στο λεγόμενο πειραματικό κινηματογράφο. Σε αυτή τη διερεύνηση μεγάλο ενδιαφέρον έχουν τα εκατέρωθεν χαρακτηριστικά του κάθε μέσου και πως αυτά αποτυπώνονται ή όχι στην κάθε αφήγηση που αναλύεται, όπως η χρονικότητα, το σασπένς, η δραματική κλιμάκωση στη ζωγραφική ή ο κινηματογραφικός χώρος σε σχέση με το ζωγραφικό. Ποια είναι αυτά τα πλαστικά στοιχεία που μετατοπίζουν τη θεματική ολότητα του αυθεντικού πίνακα και τον υποβάλλουν σε μια επαν-ερμηνεία μέσω των κινηματογραφικών τεχνικών. στην παρούσα μελέτη θα αναλυθούν τρία παραδείγματα στα οποία υπάγονται οι κινηματογραφιστές – καλλιτέχνες Hans Richter, Luciano Emmer, Henri Storck, Peter Greenaway και Makoto Nagahisa. Έτσι μέσα από όλο το φάσμα αναδημιουργίας της αφήγησης από τη ζωγραφική έως τον κινηματογράφο, από τη μεταφορά της αφήγησης του ίδιου μύθου έως την καθ’ εαυτού αξιοποίηση των αφηγηματικών δυνατοτήτων του μέσου, από την κινούμενη κάμερα και τις γρήγορα εναλλασσόμενες εικόνες του Storck που υποδηλώνουν την προτίμηση του Rubens για σπειροειδείς κινήσεις, στην ειρωνική χρήση του πλέγματος και της ταξινόμησης από τον Peter Greenaway που καταγγέλλει με αυτόν τον τρόπο την πλανερή πίστη πως αυτός ο κόσμος και οι αναπαραστάσεις του είναι συνεχείς, εξερευνούμε την επίδραση που έχει η ζωγραφική αφήγηση στην κινηματογραφική