Repository logo
 

ΠΜΣ Θεωρίας και Ιστορίας της Τέχνης (ΜΕΘΙΣΤΕ)

Permanent URI for this collection

Browse by

Recent Submissions

Results 1 - 20 of 26
  • ItemOpen Access
    Καλλιτεχνική Έρευνα & Αποανάπτυξη: Η συγκρότηση ενός νέου παραδείγματος συμβίωσης μέσα από τη σύγχρονη καλλιτεχνική πρακτική
    Παππά, Αλεξία (Μεταπτυχιακή εργασία, 2024)
    Η παρούσα εργασία πραγματεύεται το ρόλο των σύγχρονων καλλιτεχνικών και επιμελητικών πρακτικών στη διαμόρφωση ενός νέου πολιτισμικού παραδείγματος, το οποίο προκύπτει από την ανάγκη αποανάπτυξης των σύγχρονων δυτικών κοινωνιών. Μέσα από βιβλιογραφική έρευνα ξεδιπλώνονται οι βασικοί πυλώνες του επιχειρήματός, που είναι πρώτον η οικολογία, και οι εκφάνσεις της μέσα στην καλλιτεχνική πρακτική και την πολιτιστική θεωρία, και δεύτερον η καλλιτεχνική έρευνα, η οποία αναδεικνύεται σήμερα ως η κατεξοχήν πρακτική στο πεδίο της σύγχρονης τέχνης. Αρχικά διερευνάται το οικολογικό πρόβλημα που αντιμετωπίζει ο πλανήτης ως το επείγον ιστορικό συγκείμενο και αναλύεται το κοινωνικό όραμα της αποανάπτυξης σαν μέθοδος απόρριψης του κυρίαρχου καπιταλιστικού συστήματος οργάνωσης της σύγχρονης ζωής. Ακολούθως, μέσα από μια ιστορική αναδρομή στην ιστορία της τέχνης, επιχειρείται μια γενεαλογία των καλλιτεχνικών ρευμάτων, τάσεων, κινημάτων, και θεωριών που από τη δεκαετία του 1960 κι έπειτα διαμορφώνουν τη σχέση τέχνης και οικολογίας και φανερώνουν την αντίδραση του καλλιτεχνικού κόσμου σε θέματα οικολογικής και κοινωνικής δικαιοσύνης. Φτάνοντας στον εικοστό πρώτο αιώνα, η εργασία εστιάζει στη θεσμοθέτηση του γνωστικού αντικειμένου της καλλιτεχνικής έρευνας, και την τάση που ωθεί τους/τις εικαστικούς να δουλέψουν σε αποκεντρωμένα υπαίθρια περιβάλλοντα και να ενσωματώσουν στην πρακτική τους διεργασίες της καθημερινής αγροτικής ζωής και να διαμορφώσουν συλλογικά μοντέλα κοινωνικότητας. Η αρχική πρόθεση διερεύνησης της σχέσης οικολογίας και τέχνης λαμβάνει διαστάσεις κοινωνικοπολιτικού προβληματισμού, ο οποίος συνοψίζεται στο ερώτημα που διατρέχει εξ ολοκλήρου το ανά χείρας κείμενο: πώς μπορούμε να δράσουμε μέσα στο σύγχρονο συστημικό πλαίσιο της τέχνης και της εκπαίδευσης ώστε να απορρίψουμε το ίδιο αυτό σύστημα; Αναλύονται κριτικά οι θεσμικοί τρόποι οργάνωσης και δράσης, από τις διεθνείς οίκο-εκθέσεις έως τα καλλιτεχνικά residencies που δρουν ως οχήματα αποκέντρωσης και ενθαρρύνουν εναλλακτικές πηγές γνώσης και αμοιβαίας μάθησης
  • ItemOpen Access
    Εκδοχές ισορροπίας: Οι εναλλαγές ρόλων καλλιτέχνη και επιμελητή και η συναίρεσή τους στο πλαίσιο των ανεξάρτητων χώρων καλλιτεχνών
    Κουτρομάνου, Λήδα (Μεταπτυχιακή εργασία, 2024)
    Η παρούσα εργασία ερευνά τις εναλλαγές ρόλων καλλιτέχνη και επιμελητή και τη συναίρεσή τους στο πλαίσιο των ανεξάρτητων χώρων καλλιτεχνών (artist-run spaces). Το διάστημα μεταξύ 1960 και 1990 προσδιορίστηκε ως το χρονικό πλαίσιο της έρευνας, καθώς σταδιακά εμφανίζονται ζητήματα που σχετίζονται με το θέμα, όπως η οικειοποίηση της ιδιότητας του δημιουργού από τον επιμελητή, η ανάληψη διευρυμένων αρμοδιοτήτων από καλλιτέχνες και επιμελητές εξίσου, η διεκδίκηση των όρων παρουσίασης του καλλιτεχνικού έργου και η ανάγκη του καλλιτέχνη για αυτοπαρουσίαση. Αρχικά, εξετάζονται οι αντιμεταθέσεις ρόλων καλλιτέχνη και επιμελητή, με κύριο άξονα τις μελέτες των Paul O’Neill και Elena Filipovic. Έπειτα, παρατίθενται εμβληματικές–για το δυτικό παράδειγμα–εκθέσεις, στις οποίες εντοπίζεται έντονα το στοιχείο του μετασχηματισμού των ρόλων. Τέλος, μελετώνται οι ανεξάρτητοι χώροι καλλιτεχνών, από τη δεκαετία του ’60 έως τα τέλη του ’90, ως ριζώματα αυτών των εξελίξεων. Στόχος της εργασίας είναι να ερευνηθεί η πιθανή σύνδεση της ρευστότητας μεταξύ καλλιτέχνη και επιμελητή, που οδήγησε στη δημιουργία διευρυμένων, υβριδικών ταυτοτήτων, και της ανάδυσης των ανεξάρτητων χώρων καλλιτεχνών.
  • ItemOpen Access
    Ενόρμηση θανάτου: Ερωτισμός, αυτοθυσία και αισθητική
    Τσακαλιάδης - Σωτηράκογλου, Αναστάσιος (Μεταπτυχιακή εργασία, 2022)
    Η έννοια της ενόρμησης του θανάτου αφορά στην αναγνώριση μιας έμφυτης ιδιότητας των έμβιων όντων να τείνουν προς την αυτοκαταστροφή τους, ένα είδος ενστίκτου που αντιπαραβάλλεται προς αυτό της αυτοσυντήρησης. Έχοντας εξετάσει συγκριτικά τις διαφορετικές ψυχαναλυτικές προσεγγίσεις του Sigmund Freud και της Sabina Spierlein, η έρευνα οδηγείται στο πεδίο της φιλοσοφίας του Georges Bataille, στην οποία διατυπώνεται η αισθητική διάσταση του ερωτισμού ως εκπορευόμενη από ένα είδος ενόρμησης θανάτου, η οποία ερμηνεύεται με γνώμονα την αρχέγονη σχέση ανάμεσα στη θυσία και το ιερό. Αυτή η σχέση μας οδηγεί στην έννοια της αυτοθυσίας, ενδεικτική για τον ρόλο της ενόρμησης του θανάτου στη Χριστιανική θεολογία. Έχοντας αναλύσει τη συγκρότηση του νεωτερικού υποκειμένου βάσει της υπαρξιακής θεολογίας του Søren Kierkegaard και λαμβάνοντας υπόψη την φιλοσοφική διαχείριση του παράλογου από τον Albert Camus, επιχειρώ να ερμηνεύσω την ηθική, πολιτική και αισθητική διάσταση του ζητήματος της αυτοκτονίας ως το κατεξοχήν πεδίο εκδήλωσης της ενόρμησης του θανάτου. Η παραπάνω ροή σκέψης συνοδεύεται σε όλα της τα κομβικά σημεία από πειραματικές αναγωγές και συσχετισμούς με εικαστικά και κινηματογραφικά έργα, καταλήγοντας στη φωτογραφία ως υποδειγματικό μέσο τεκμηρίωσης και εικαστικής απόδοσης της ενόρμησης του θανάτου.
  • ItemOpen Access
    Τέχνη στον δημόσιο χώρο: ο ρόλος των θεσμών της τέχνης στη διαμόρφωση πολιτικού λόγου. Το παράδειγμα του Οργανισμού ΝΕΟΝ, 2014-2017
    Καρατζά, Ασημίνα Σ. (Μεταπτυχιακή εργασία, 2023)
    Η τέχνη στον δημόσιο χώρο ή δημόσια τέχνη αποτελούν την ευρύτερη θεματική της ανά χείρας εργασίας. Η θεματική αυτή εξετάζεται μέσα από το θεσμικό και πολιτικό πρίσμα. Εξετάζεται λοιπόν η δημόσια τέχνη που δύναται να παράξει διάλογο και να αποτελέσει πεδίο διάδρασης ή και σύγκρουσης αλλά και πεδίο ενεργοποίησης της δημόσιας σφαίρας. Η παρούσα εργασία πραγματεύεται έννοιες που εμπίπτουν στην κατηγορία του δημόσιου φυσικού χώρου και εξετάζει πώς η τέχνη στον δημόσιο χώρο μπορεί να διαμορφώσει πολιτικό λόγο. Χρονική αφετηρία της έρευνας, σε ό,τι αφορά στη βιβλιογραφική επισκόπηση και την θεωρητική πλαισίωσή της, τίθεται η εποχή όπου η δημόσια τέχνη παύει ναταυτίζεται αποκλειστικά με την μνημειακή γλυπτική ενώ παράλληλα αναδύεται και η κοινωνική της λειτουργία, καθώς οι καλλιτέχνες προσπαθούν να απαντήσουν σεσυγκεκριμένα κοινωνικοπολιτικά ερεθίσματα, νιώθοντας την ανάγκη να εκφράσουν σύγχρονα ζητήματα και προβληματισμούς και να ασκήσουν θεσμική κριτική. Πρόκειται για μια μορφή πολιτικής τέχνης που έχει ως στόχο την κοινωνική αλλαγή εστιάζοντας στον δημόσιο διάλογο. Η έρευνα στη συνέχεια στρέφεται στο ελληνικό πλαίσιο. Συγκεκριμένα, επιχειρείται μια προσέγγιση των προγραμμάτων Έργο στην Πόλη και Contemporary Heritage που διοργανώνει ο οργανισμός ΝΕΟΝ με την υποστήριξη του Υπουργείου Πολιτισμού και Αθλητισμού. Προκειμένου να κατανοηθούν πολλές επιλογές του οργανισμού αλλά και διαφορετικές πτυχές και προσεγγίσεις των εκθέσεων κρίθηκε απαραίτητο να μελετηθούν βασικές έννοιες όπως η δημόσια τέχνη ή η τέχνη στο δημόσιο χώρο, αλλά και η εξέλιξη της γενεαλογίας της κατά τη στροφή προς τον 21ο αιώνα με ό,τι αλλαγές επήλθαν στις καλλιτεχνικές πρακτικές τις εν λόγω δεκαετίες. Πέραν τούτου, απαραίτητο κρίθηκε να εξεταστεί και το θεσμικό πλαίσιο της τέχνης ως κέντρου λήψης αποφάσεων ως προς την διοργάνωση εκθέσεων σύγχρονης τέχνης και τέλος να διερευνηθεί πώς διαμορφώνεται πολιτικός λόγος εντός αυτών των θεσμικών πλαισίων. Η παρούσα εργασία θα μπορούσε να ιδωθεί ως μια προσπάθεια στοχασμού και μελέτης ζητημάτων που θέτουν στον πυρήνα τους έναν πολιτικό λόγο που μπορεί να αρθρώνεται ως ενεργό αντιστάθμισμα των κυρίαρχων αφηγήσεων θέτοντας ένα κύριο ερώτημα: «Πώς και αν οι κυρίαρχοι καλλιτεχνικοί θεσμοί διαμορφώνουν πολιτικό λόγο στα εικαστικά πράγματα και υπό ποιους όρους;
  • ItemOpen Access
    Κατοικείν άνευ κτίζειν; Το SUPERSTUDIO, οι κριτικές ουτοπίες και ο επαναπροσδιορισμός του αντικειμένου της αρχιτεκτονικής (1966-1973)
    Παπούλια, Χριστίνα Γ. (Μεταπτυχιακή εργασία, 2022)
    Η εργασία εξετάζει το Superstudio ως κίνημα της ριζοσπαστικής πρωτοπορίας που γεννήθηκε στην Ιταλία αλλά αφορούσε τον αρχιτέκτονα και το ρόλο του στο παρόν και το μέλλον και την ανάγκη επανανοηματοδότησης της αρχιτεκτονικής ως βασικής συνθήκης της ανθρώπινης ύπαρξης. Στα μέσα της δεκαετίας του ’60 εν μέσω εξεγέρσεων στη Φλωρεντία, μία ομάδα φοιτητών και αρχιτεκτόνων με το όνομα Superstudio επιχείρησε να προσεγγίσει το ζήτημα της ανάγκης επαναπροσδιορισμού του αντικειμένου της αρχιτεκτονικής μέσω μιας διανοητικής, εικαστικής και όχι οικοδομικής διαδικασίας. Η αντίδραση στη συντηρητική προσκόλληση του Πανεπιστημίου αλλά και της ίδιας της πόλης της Φλωρεντίας στο Μοντέρνο ως ξεπερασμένου τρόπου προσέγγισης της αρχιτεκτονικής και στη μετατροπή του αρχιτέκτονα σε κατασκευαστή των σχεδίων μεγάλων ιδιωτικών οικοδομικών επιχειρήσεων οδήγησε στην έκθεση Superarchitettura που διοργανώθηκε μαζί με την ομάδα Archizoom στην Πιστόια το 1966. Πρόκειται για το μανιφέστο ενός βραχύβιου αλλά ιδιαιτέρως επιδραστικού ριζοσπαστικού κινήματος στην αρχιτεκτονική που επιδίωξε να στηλιτεύσει τον ακραίο και άκρατο Μοντερνισμό και όχι μόνο: “Superarchitettura, is the architecture of superproduction, of superconsumption, of superinduction to superconsumption, of the supermarket, of superman and super-petrol.” Με επιρροές από τους Καταστασιακούς, τη Φαινομενολογία και τη Σχολή της Φρανκφούρτης οι Ιταλοί αρχιτέκτονες εξετάζουν με ιδιαίτερη οξύτητα, κυνισμό και κριτική στάση το ζήτημα της ουτοπίας αλλά και το αδιέξοδο στο οποίο έχει περιέλθει η αρχιτεκτονική. Κατασκευάζουν κριτικές ουτοπίες και αποσύρονται (προσωρινά) από το κτίζειν προκειμένου να επιδοθούν σε ένα εποικοδομητικό σκέπτεσθαι περί του κατοικείν. Αντιλαμβάνονται το σχέδιό τους όχι σαν τρισδιάστατο μοντέλο μιας πραγματικότητας που θα αποκτήσει σάρκα και οστά μέσω της προσαρμογής της κλίμακας, αλλά σαν οπτικοποίηση μιας κριτικής αντιμετώπισης του αρχιτεκτονικού σχεδιασμού ως φιλοσοφικής υπόθεσης, ως μέσο προς τη γνώση, ως κριτικό υπάρχειν, ως σκέπτεσθαι περί του κατοικείν άρα και κατοικείν.
  • ItemOpen Access
    Ο κινηματογράφος ως μετά - ζωγραφικό θέαμα: Η επιρροή της εικαστικής αφήγησης στην αφήγηση στον κινηματογράφο
    Καραγκιοζίδου, Ειρήνη Φ. (Μεταπτυχιακή εργασία, 2021)
    Διαχρονικά θεωρείται δεδομένο ότι οι εικόνες του κινηματογράφου - πρέπει να - αποτελούν «εικονογραφική» πλαισίωση της κινηματογραφικής αφήγησης. Ωστόσο έχει τεθεί πολλές φορές μέχρι τώρα η αμφισβήτηση αυτής της θέσης στα πλαίσια της υποβίβασης της σημασίας της κινηματογραφικής εικόνας έναντι του αφηγηματικού της λόγου. Η υπεροχή αυτή της αφήγησης- λόγου έναντι της αφήγησης- εικόνας, οδηγεί την παρούσα μελέτη να αναζητήσει στο πρωτο-κινηματογραφικό θέαμα, τη ζωγραφική, την έννοια της αφήγησης. Μέσα από τη διαδικασία της έρευνας επιβεβαιώνεται το γεγονός πως κόντρα στην κλασική αριστοτελική αφήγηση, πολλές φορές αναδεικνύονται αφηγήσεις που απορρίπτουν την αφηγηματική δομή που απορρέει από τη λογοτεχνία. Έτσι κινηματογραφιστές επιλέγουν στοιχεία από τη ζωγραφική, όπως ο εικαστικός και σκηνοθέτης Peter Greenaway, «που δείχνουν αποφασισμένα να μην υποστούν καμιά αλλαγή και αρνούνται να μετατρέψουν τη μορφή τους»1 και τα μεταφέρουν στον κινηματογράφο απελευθερώνοντας μία νέα αφηγηματική διάσταση. Αυτά τα ίδια δηλαδή στοιχεία, δεν χρήζουν εξωτερικής αφήγησης, αλλά δημιουργούν τη δική τους. Δεν είναι λίγες συνεπώς οι φορές που η ζωγραφική ως αφηγηματικός πρόδρομος, επηρεάζει την κινηματογραφική αφήγηση η οποία αναπτύχθηκε πολύ αργότερα χρονικά. Όταν αναφερόμαστε στην επιρροή, δεν αναφερόμαστε στην μεταφορά ενός ζωγραφικού πίνακα σε live action2 εικόνα, αλλά στην συνέχεια αυτού στην κινηματογραφική οθόνη με άλλα μέσα. Εστιάζουμε στις οπτικές ποιότητες και στις αφηγηματικές τεχνοτροπίες που μπορεί να έχει ένα ζωγραφικό έργο και να επαναερμηνευτούν σε μια ταινία με εντελώς διαφορετικό τρόπο, αλλά διατηρώντας την ίδια ουσία. Οι καλλιτέχνες (εικαστικοί και κινηματογραφιστές) που θα εξετάσουμε συνεπώς απορρίπτουν την κλασική αφηγηματική δομή και εμπνέονται και ενσωματώνουν την εικαστική τέχνη στην κινηματογραφική τους απεικόνιση. Αυτό φυσικά δεν θα μπορούσε παρά να ανήκει ως κίνηση στο λεγόμενο πειραματικό κινηματογράφο. Σε αυτή τη διερεύνηση μεγάλο ενδιαφέρον έχουν τα εκατέρωθεν χαρακτηριστικά του κάθε μέσου και πως αυτά αποτυπώνονται ή όχι στην κάθε αφήγηση που αναλύεται, όπως η χρονικότητα, το σασπένς, η δραματική κλιμάκωση στη ζωγραφική ή ο κινηματογραφικός χώρος σε σχέση με το ζωγραφικό. Ποια είναι αυτά τα πλαστικά στοιχεία που μετατοπίζουν τη θεματική ολότητα του αυθεντικού πίνακα και τον υποβάλλουν σε μια επαν-ερμηνεία μέσω των κινηματογραφικών τεχνικών. στην παρούσα μελέτη θα αναλυθούν τρία παραδείγματα στα οποία υπάγονται οι κινηματογραφιστές – καλλιτέχνες Hans Richter, Luciano Emmer, Henri Storck, Peter Greenaway και Makoto Nagahisa. Έτσι μέσα από όλο το φάσμα αναδημιουργίας της αφήγησης από τη ζωγραφική έως τον κινηματογράφο, από τη μεταφορά της αφήγησης του ίδιου μύθου έως την καθ’ εαυτού αξιοποίηση των αφηγηματικών δυνατοτήτων του μέσου, από την κινούμενη κάμερα και τις γρήγορα εναλλασσόμενες εικόνες του Storck που υποδηλώνουν την προτίμηση του Rubens για σπειροειδείς κινήσεις, στην ειρωνική χρήση του πλέγματος και της ταξινόμησης από τον Peter Greenaway που καταγγέλλει με αυτόν τον τρόπο την πλανερή πίστη πως αυτός ο κόσμος και οι αναπαραστάσεις του είναι συνεχείς, εξερευνούμε την επίδραση που έχει η ζωγραφική αφήγηση στην κινηματογραφική
  • ItemOpen Access
    Περιπλάνηση σ’ ένα ευμετάβλητο παλίμψηστο: μια κριτική προσέγγιση στον τεχνοκριτικό λόγο του Μπωντλαίρ υπό το πρίσμα των μικρών ποιημάτων σε πεζό
    Κορακιανίτης, Πανταζής Σ. (Μεταπτυχιακή εργασία, 2022)
    O Σαρλ Μπωντλαίρ είναι γνωστός για τη συλλογή ποιημάτων του Τα Άνθη του Κακού, τα κριτικά κείμενά του για τα Salons, με κυριότερο αυτό του 1846, και τον Ζωγράφο της μοντέρνας ζωής. Ωστόσο, ελάχιστη σημασία έχει δοθεί στο τελευταίο και ανολοκλήρωτο έργο του, τα Μικρά ποιήματα σε πεζό, και ιδιαίτερα στον συσχετισμό τους με τον τεχνοκριτικό λόγο του. Κι, όμως, για τον Baudelaire, η κριτική κι η τέχνη συγγενεύουν καθώς τις ενώνει το πάθος, με το δικό του προσωπικό κι αρχέγονο πάθος να είναι οι εικόνες. Η μελέτη τους σε συνάρτηση με τις Ετεροτοπίες και το Τί είναι Διαφωτισμός; του Michel Foucault, συνιστά έναν δρόμο για την κατανόηση της δομής και του περιεχομένου τους, καθώς και της ιδιαιτερότητας της νοημοσύνης του Baudelaire στο αναδυόμενο και συνεχώς μεταβαλλόμενο αστικό τοπίο. Είναι εύλογο, επομένως, ο τόπος Baudelaire να γίνεται πόλος έλξης θεωρητικών, όπως ο Walter Benjamin, ο Michael Fried, η Claude Imbert, ο Roberto Calasso κι η Sonam Singh. Η πρόσληψή τους, ακόμη κι όταν αλληλοσυγκρούεται, γεννά ένα νέο παλίμψηστο, το οποίο εμπλουτίζει τον ίδιο τόπο καθιστώντας ορατές τις μέχρι τώρα αόρατες πτυχές του. Η μνήμη, το βλέμμα, ο χώρος κι η ζωγραφική καλλιτεχνών όπως ο E. Delacroix, ο C. Guys, κι ο E. Manet, διατρέχουν τις προσλήψεις τους και γίνονται σημεία σύναψης με τα Μικρά ποιήματα σε πεζό. Χάρη στο παλίμψηστο της τέχνης, των Μικρών ποιημάτων σε πεζό και των προσλήψεων, δημιουργείται ένα νέο αμάλγαμα, του οποίου η δομή κι η λειτουργία, θυμίζει τον εγκέφαλο και το δίκτυο των νευρώνων του. Επομένως, ο Baudelaire και τα ποιήματα σε πεζό μπορούν κι άπτονται περισσοτέρων του ενός πεδίου, συνομιλώντας με τη φιλοσοφία, τη φαινομενολογία, τις νευροεπιστήμες κ.ά. Με αυτό τον τρόπο, αποφεύγεται η μουμιοποίηση του Baudelaire και διανοίγονται δρόμοι διερεύνησης σε ζητήματα, όπως είναι η συναισθησία, δηλαδή η διέγερση πολλαπλών αισθήσεων από ένα μόνο ερέθισμα, η ενοποίηση των αισθήσεων και των τεχνών, πότε ένα έργο έχει ολοκληρωθεί, με τον Baudelaire να συνομιλεί κάλλιστα με το έργο cyborg καλλιτεχνών. Μέσω του λόγου του Baudelaire, κι ιδιαίτερα των Μικρών ποιημάτων σε πεζό, γίνεται να αναθεωρηθούν επιστημονικά θέσφατα, στερεότυπα όπου περιορίζουν τη θεωρία και την ιστορία της τέχνης και τελικά να αναδειχθεί η σημασία τόσο της περιπλάνησης όσο και της φύσης του παλίμψηστου ως αντίληψης.
  • ItemOpen Access
    Προς μια συμμετοχική διαμόρφωση της μνήμης και της ιστορία
    Κολιαράκη, Αικατερίνη Γ. (Μεταπτυχιακή εργασία, 2022)
    Η παρούσα εργασία έχει ως σκοπό να αναδείξει μια τάση προς διεύρυνση της συμμετοχικότητας στη διαμόρφωση της μνήμης και της ιστορίας στον 21ο αιώνα. Εκκινώντας από τα υλικά αποτυπώματα της μνήμης και της ιστορίας - το μνημείο, το μουσείο και το αρχείο - επιχειρεί να αναδείξει τις αλλαγές, στις οποίες ανευρίσκει κανείς την τάση αυτή. Συγκεκριμένα τόσο για τα μνημεία, όσο και για τα μουσεία επικεντρώνεται στη χρήση του εργαλείου της δημόσιας διαβούλευσης πριν την δημιουργία ή ίδρυσή τους και στη διάθεση ενσωμάτωσης μιας ανοιχτότητας στην ερμηνεία και πρόσληψη τους. Ειδικά, για τα μουσεία εισάγει, επίσης, τον ρόλο της εργαλειοποίησης της προφορικής ιστορίας και των νέων οπτικο-ακουστικών μέσων, ενώ για το αρχείο ερευνά τον ρόλο σε αυτό των νέων ψηφιακών μέσων. Ταυτόχρονα, μελετώντας την περίπτωση της τρομοκρατικής επίθεσης της 11ης Σεπτεμβρίου, αναζητά στις σύγχρονες πολιτικές και πρακτικές μνημόνευσης και εξιστόρησης τον τρόπο ενσωμάτωσης της συμμετοχικότητας, αναδεικνύει τις αγκυλώσεις του παρελθόντος και τις ατέλειες των σύγχρονων συμμετοχικών εργαλείων, που θέτουν εμπόδια στην επικράτηση της τάσης αυτής και προβάλλει τα χαρακτηριστικά των ψηφιακών μέσων ως οδηγών για την αλλαγή του νεωτερικού παραδείγματος σχηματισμού των δύο αυτών κομβικών διεργασιών για τη συνοχή και ύπαρξη των εκάστοτε κοινωνιών
  • ItemOpen Access
    Philip & Peter Paul Rubens : Τέχνη, αρχαιογνωσία & αδελφοσύνη
    Κόκκορης, Γεώργιος Κ. (Μεταπτυχιακή εργασία, 2022)
    Η εργασία αυτή έχει ως αντικείµενο µελέτης τη σχέση και την αλληλεπίδραση των αδελφών Rubens, Philip και Peter Paul, µε στόχο τη βαθύτερη κατανόηση της θέσης και του ρόλου του Philip στην εξέλιξη της καλλιτεχνικής φυσιογνωµίας του Peter Paul, αλλά και αντιστρόφως της θέσης και του ρόλου του ζωγράφου στην εξέλιξη της πνευµατικής φυσιογνωµίας του λογίου αδελφού του. Στην εισαγωγή της εργασίας παρατίθενται σύντοµα βιογραφικά στοιχεία των δύο αδελφών µε έµφαση στους τοµείς που παρουσιάζουν αλληλεπίδραση. Στο πρώτο κεφάλαιο παρουσιάζονται οι τρεις επιστολές του Philip προς τον Peter Paul που δηµοσιεύθηκαν στον επιµνηµόσυνη έκδοση των Οµιλών του λογίου το 1615, τα µοναδικά σωζόµενα τεκµήρια από την αλληλογραφία των δύο αδελφών. Τα κείµενα των επιστολών αποδίδονται εδώ στο πρωτότυπο λατινικό κείµενο παράλληλα µε δική µου ελεύθερη µετάφραση στα νέα ελληνικά. Στο δεύτερο κεφάλαιο παρουσιάζονται τα δύο ποιήµατα που συνέθεσε ο Philip και αφιέρωσε στον αδελφό του. Όπως και στο προηγούµενο κεφάλαιο τα κείµενα των ποιηµάτων παρατίθενται στο πρωτότυπο και σε νεοελληνική µετάφραση. Στο τρίτο κεφάλαιο τυγχάνουν διαπραγµάτευσης οι αυτοπροσωπογραφίες του Peter Paul Rubens στις οποίες απεικονίζεται µε τον αδελφό του. Στο τέταρτο κεφάλαιο διερευνάται το χαµένο επιτάφιο µνηµείο του Philip, ένα επιµνηµόσυνο έργο του Peter Paul Rubens που έχει διαφύγει εντελώς της προσοχής των ερευνητών. Στο πέµπτο κεφάλαιο εξετάζεται το Πορτρέτο του Philip Rubens του Ινστιτούτου Τεχνών του Ντιτρόιτ, ένα έργο που έχει συσχετισθεί κατά καιρούς µε το χαµένο επιτάφιο µνηµείο του λογίου. Στο έκτο και τελευταίο κεφάλαιο της εργασίας θίγεται το περίπλοκο νοµικό ζήτηµα της κληρονοµικής διαδοχής του Philip για την κληροδότηση της προσωπικής του βιβλιοθήκης, η οποία, λανθασµένα κατά την εκτίµηση µου, έχει αποδοθεί στην ιδιοκτησία του αδελφού του.
  • ItemOpen Access
    Οι απαρχές της επιμέλειας εκθέσεων σύγχρονης τέχνης στην Ελλάδα, 1976-1983
    Χρυσαφοπούλου, Σοφία K. (Μεταπτυχιακή εργασία, 2021)
    Η παρούσα ερευνητική μελέτη φέρει τον τίτλο «Οι απαρχές της επιμέλειας εκθέσεων σύγχρονης τέχνης στην Ελλάδα, 1976-1983». Στην παρούσα εργασία εξετάζονται οι απαρχές της επιμέλειας εκθέσεων στην Ελλάδα, εστιάζοντας στις πρακτικές του επιμελητή ως ανεξάρτητου δημιουργικού υποκειμένου. Η μελέτη των θεσμών συνιστά αναπόσπαστο κομμάτι της ιστορίας της τέχνης, και ως εκ τούτου, η ιστορία της ανάδυσης του επιμελητικού υποκειμένου στην Ελλάδα, όντας ένα πεδίο έως τώρα ανεξερεύνητο, κρίθηκε πως ήταν σημαντικό να μελετηθεί και να αναδειχθεί. Στο διάστημα 1976-1983 εντοπίζονται και αναλύονται ορισμένες περιπτώσεις εκθέσεων, όπου αρχίζουν να σκιαγραφούνται, έστω και δειλά, οι πρακτικές του επιμελητή εκθέσεων και η ανάδυσή του ως ανεξάρτητου δημιουργικού υποκειμένου. Η έρευνα εστιάζει κατά κύριο λόγο σε επιμελητές και επιμελήτριες που έδρασαν στην Ελλάδα εντός του συγκεκριμένου χρονικού πλαισίου, διοργάνωσαν ομαδικές θεματικές εκθέσεις με έμφαση στις νεότερες μεταπολεμικές εικαστικές τάσεις της ελληνικής τέχνης, επέλεξαν τους συμμετέχοντες καλλιτέχνες και τα έργα της έκθεσης, και τέλος, προσπάθησαν να αναπτύξουν έναν θεωρητικό λόγο γύρω από κάθε έκθεση που παρουσίαζαν. Ως αφετηρία της έρευνας ορίστηκαν τα χρόνια της Μεταπολίτευσης, και συγκεκριμένα το έτος 1976 με την έκθεση Διαδικασίες / Συστήματα, του ιστορικού τέχνης και τεχνοκριτικού Εμμανουήλ Μαυρομμάτη, καθώς τότε εντοπίζεται πιο συστηματικά, ένας νέος τύπος τεχνοκριτικού, που δεν ασχολείται αποκλειστικά με την κριτική αποτίμηση ενός έργου ή μιας έκθεσης, αλλά συνεργάζεται με καλλιτέχνες ή ομάδες καλλιτεχνών για τη δημιουργία μιας έκθεσης και ξεκινά να αναλαμβάνει χρέη επιμελητή εκθέσεων. Από το σύνολο των εκθέσεων που εντοπίστηκαν και καταγράφηκαν μέσα σε αυτό το διάστημα, μόνο οι δώδεκα κρίθηκε ότι ανταποκρίνονται ως έναν βαθμό στα ανωτέρω κριτήρια που τέθηκαν, και αξιοποιήθηκαν ως μελέτες περίπτωσης για τη σκιαγράφηση και την ανάδυση του επιμελητή ως δημιουργού-auteur. Η έρευνα ολοκληρώνεται στα τέλη του 1983, που κάνει την εμφάνισή του το Ίδρυμα ΔΕΣΤΕ με την ιστορικό τέχνης και τεχνοκριτικό Έφη Στρούζα στο τιμόνι των πρώτων βημάτων του. Το ΔΕΣΤΕ προτείνει και εν συνεχεία, διαμορφώνει έναν αρκετά διαφορετικό τρόπο προσέγγισης της επιμελητικής πρακτικής, εγγύτερο στα δυτικά πρότυπα, και αρχίζει να προωθεί και μια διαφορετική εικαστική αισθητική για τα ελληνικά δεδομένα της εποχής. Την εν λόγω περίοδο η επιμέλεια εκθέσεων στην Ελλάδα βρίσκεται ακόμη στα σπάργανα, αλλά μήπως θα μπορούσε ιστορικά να ιδωθεί ως μια στιγμή κομβική, που αρχίζει να διαφαίνεται στην Ελλάδα η αναγκαιότητα του ρόλου ενός νέου δημιουργικού υποκειμένου, και σταδιακά ενός νέου επαγγελματικού κλάδου;
  • ItemEmbargo
    Τέχνη και πλάνη : ζητήματα "ρεαλισμού" στην Ολλανδική ζωγραφική του 17ου αιώνα
    Περδίκη, Μαρουσώ (Μεταπτυχιακή εργασία, 2021)
    Στην μεταπτυχιακή διπλωματική εργασία με τίτλο Τέχνη και πλάνη : ζητήματα "ρεαλισμού" στην Ολλανδική ζωγραφική του 17ου αιώνα, επαναπροσεγγίζεται κριτικά το πολυσυζητημένο θέμα του ρεαλισμού της τέχνης της εποχής, μέσω της μελέτης μιας ομάδας έργων τα οποία θα μπορούσαν να συνδεθούν άμεσα με το ζωγραφικό είδος που έγινε γνωστό περί τα 1800 στη Γαλλία ως trompe l’ oeil (επί λέξει: «εξαπατώ το μάτι»). Πρόκειται για έργα τα οποία, μέσα από τον δεξιοτεχνικό χειρισμό των αναπαραστατικών συμβάσεων, θολώνουν τα όρια μεταξύ τέχνης και πραγματικότητας, κάνοντας τον θεατή να αναρωτιέται προς στιγμήν εάν αυτό που βλέπει είναι ζωγραφισμένο ή βρίσκεται πραγματικά μπροστά του. Οι αντιλήψεις που κυριαρχούν κατά τον 17ο αιώνα για την αναπαράσταση εν γένει, οι εικαστικές αναζητήσεις περί χώρου, το ενδιαφέρον για την όραση και την επιστήμη της οπτικής, η συνύπαρξη μιας εδραιωμένης ανθρωπιστικής παιδείας και της νεοαποκτηθείσας επιστημονικής γνώσης για τον φυσικό κόσμο και την ανθρώπινη αντίληψη, η έννοια του ανθρώπινου τεχνουργήματος και του που τοποθετείται σε σχέση με την φύση και την επιστημονική γνώση, η θέση του ίδιου του καλλιτέχνη απέναντι στο επάγγελμα του, την σύγχρονη κοινωνία αλλά και την ιστορία, αναδεικνύονται ως βασικά θέματα που πλαισιώνουν νοηματικά την ενασχόληση με την ψευδαίσθηση, με την πλάνη ανάγοντας την σε έννοια με κεντρική σημασία για τον καλλιτεχνικό κόσμο της εποχής.
  • ItemOpen Access
    Το μικρό «επεισόδιο» της ρωσικής πρωτοπορίας με τις εκτενείς προεκτάσεις : Zaum /υπέρλογη ποίηση
    Ξενέλλη, Σοφία Γ. (Μεταπτυχιακή εργασία, 2022)
    Η παρούσα διπλωματική εργασία πραγματεύεται το ζήτημα του ζάουμ , της υπέρλογης δηλαδή γλώσσας που προέκυψε από τους πειραματισμούς των ρώσων φουτουριστών. Η λέξη ζάουμ (zaum) στα ρωσικά προκύπτει από την συνένωση της πρόθεσης za που σημαίνει υπέρ και του ουσιαστικού um που σημαίνει νους. Πρόκειται για έναν τρόπο έκφρασης που επιδιώκει να υπερβεί τα όρια του νου και της κοινής λογικής και να κατακτήσει την ελευθερία μέσω μιας ιδιάζουσας μορφής ποιητικού λόγου που παραβιάζει συντακτικούς , γραμματικούς και μορφολογικούς κανόνες. Εξετάζεται η βασική περίοδος δημιουργίας του ζάουμ, δηλαδή το διάστημα 1910-1913 και τα μανιφέστα που σχετίζονται με αυτό , οι θεμελιωτές του Αλεξέι Κρουτσόνιχ και Βελιμίρ Χλέμπνικοφ και δυο σημαντικά έργα, ενδεικτικά της ζάουμ δημιουργίας, όπως το ποίημα Dyr Bul Schyl και το ποίημα Veselie, από το φουτουριστικό βιβλίο Mirskontsa (Ο κόσμος από το τέλος). Στα έργα αυτά προκύπτουν θέματα όπως η ερωτική ορμή , η βία, η έκφραση του συναισθήματος στην ίδια τη μορφή της λέξης, η ανατροπή της γραμμικότητας του χρόνου αλλά και της αφηγηματικής ροής και άλλα πολλά που εξαρτώνται από την οπτική του αναγνώστη. Σε αυτά όπως και σε άλλα υπέρλογα έργα το λάθος λογίζεται ως μέρος της καλλιτεχνικής δημιουργίας και σκοπός του ποιήματος μοιάζει να είναι όχι απλά να διαβαστεί αλλά να αποτελέσει βιωματική εμπειρία για τον αναγνώστη. Η αμφισημία των γραμμάτων , των λέξεων , των εννοιών αλλά και των εικαστικών στοιχείων που συνδιαλέγονται με τα γλωσσικά στοιχεία καλεί τον αναγνώστη σε ένα “παιχνίδι” αποκρυπτογράφησης που μπορεί να έχει διαφορετικό αποτέλεσμα για τον καθένα από εμάς. Η ίδια αυτή αμφισημία συνδέεται από μελετητές με την αμφισημία της ψηφιακής ποίησης και την ελεύθερη «πλοήγηση» που χαρακτηρίζει το υπερκείμενο. Στο ζάουμ παρατηρούμε , τρόπον τινά, έναν πρώιμο «θάνατο του συγγραφέα» μέσα από την ισχυροποίηση του ρόλου του αναγνώστη , ο οποίος δεν διαβάζει απλώς αλλά συνθέτει νοήματα. Πάνω απ’ όλα μέσω του ζάουμ αντιλαμβανόμαστε ότι η γλώσσα δεν είναι μόνο πνεύμα αλλά και ύλη , έχει σχήμα και ήχο, ενώ μέσα από τους υπέρλογους σχηματισμούς του ζάουμ η γλώσσα καταφέρνει να επαναστατήσει και να αποδείξει ότι μπορεί να είναι αυθύπαρκτη και ανεξάρτητη του νοήματος που αποδίδεται σε αυτή
  • ItemOpen Access
    Πρώτη μεταπολεμική Πανελλήνια έκθεση : πολιτικά, ιδεολογικά και καλλιτεχνικά ζητήματα
    Μαρλίτση, Πολυξένη Ε. (Μεταπτυχιακή εργασία, 2020)
    Η πρώτη μεταπολεμική Πανελλήνια έκθεση αποτελεί ένα ισχυρό ορόσημο στην πορεία της νεότερης ελληνικής εικαστικής σκηνής. Για πρώτη φορά συγκεντρώνονται σε μια κοινή πλατφόρμα όλες οι εικαστικές δυνάμεις της χώρας, φανερώνοντας ότι ο προπολεμικός εικαστικός χάρτης έχει ανεπίστρεπτα αλλάξει. Η εμπλοκή του Καλλιτεχνικού Επαγγελματικού Επιμελητηρίου σε όλη την πορεία της έκθεσης, διασταυρώνεται με την περίφημη ακύρωση των βραβείων, ενώ το corpus της τεχνοκριτικής της Πανελλήνιας, αποτελεί την πρώτη ευρεία απόπειρα κριτικής της νεοεμφανισθείσας αφαίρεσης υπό το πρίσμα της αναζήτησης μιας εθνικής τέχνης.
  • ItemOpen Access
    Ο Άγγελος Προκοπίου και η συζήτηση για την αφηρημένη τέχνη : η στήλη της τεχνοκριτικής στην Καθημερινή (1948-1967)
    Λεβέντη , Νικολέτα Θ. (Μεταπτυχιακή εργασία, 2020)
    Το αντικείμενο μελέτης της παρούσας εργασίας είναι ο Άγγελος Προκοπίου (1909-1967) και η συζήτηση για την Αφηρημένη τέχνη στην Ελλάδα της μεταπολεμικής περιόδου. Συγκεκριμένα, αφορά τη στήλη της τεχνοκριτικής στην Καθημερινή καθ’ όλη τη συνεργασία του τεχνοκρίτη με την εφημερίδα (από το 1948 μέχρι και το θάνατο του το 1967). Μέσα από το θέμα αυτό, εξετάζεται η θέση και παράλληλα η συμβολή του Προκοπίου στην προώθηση της αφηρημένης τέχνης στην Ελλάδα. Η μελέτη πραγματοποιείται χρονολογικά, εξετάζοντας τα άρθρα και παράλληλα την προσωπική και επαγγελματική ζωή του τεχνοκρίτη, με στόχο να πλαισιωθεί και να τεκμηριωθεί καλύτερα το θέμα της εργασίας. Την ίδια στιγμή, πραγματοποιείται μία θεματική ανάλυση των ζητημάτων που πραγματεύεται στα άρθρα του, καθώς επίσης και των επιχειρημάτων που χρησιμοποιεί υπέρ της Αφηρημένης Τέχνης. Τέλος, γίνεται μία απόπειρα να μελετηθεί η σχέση του τεχνοκρίτη με την πολιτική. Ειδικότερα, το θέμα επικεντρώνεται στις σχέσεις του με τις ΗΠΑ και κατ’ επέκταση στην ψυχροπολεμική ρητορική που υιοθετεί μετά το ταξίδι του στην Αμερική το 1953 και που εντοπίζεται να διαπερνά όλη την τεχνοκριτική του από τότε και στο εξής. Συμπερασματικά, η παρούσα εργασία αποσκοπεί στο να μελετήσει, να αναλύσει και να θέσει νέα ερωτήματα σχετικά με το έργο του Άγγελου Προκοπίου, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στην καλύτερη δυνατή πλαισίωση του τεχνοκριτικού του έργου και της συνολικής συμβολής του στην αφηρημένη τέχνη
  • ItemEmbargo
    Etant Donnes : η αντίπαλη παράταξη και τα σύστοιχα τετράγωνα συμφιλιώνονται : η δημιουργική πράξη στο τελευταίο έργο του Marcel Duchamp
    Δαμηλάτη, Κρυστάλλη Ε. (Μεταπτυχιακή εργασία, 2022)
    Το 1969, ακριβώς ένα χρόνο μετά τον θάνατο του Marcel Duchamp και όπως ο ίδιος είχε ζητήσει, το Μουσείο Τέχνης της Φιλαδέλφειας θα παρουσιάσει στο κοινό το έργο Δεδομένα: 1ον Ο καταρράχτης· 2ον Το φωταέριο (Étant Donnés: 1ο la chute d’eau, 2ο le gaz d’éclairage), το οποίο ο Duchamp δούλευε με άκρα μυστικότητα για δύο δεκαετίες (1946-1966). Η εγκατάσταση μικτής τεχνικής αποτελείται από ένα μικρό δωμάτιο με μια κλειδωμένη ξύλινη πόρτα με δύο μικρές τρύπες για τα μάτια. Μέσα από τις τρύπες φαίνεται ένα φωτισμένο τοπίο με μια γυμνή γυναίκα ανδρείκελο η οποία κρατά στο αριστερό χέρι μια λάμπα φωταερίου και είναι ξαπλωμένη με ανοιχτά τα πόδια σ’ ένα στρώμα από ξερά κλαδιά. Δεδομένου ότι από το 1923 ο Duchamp καλλιεργούσε τον μύθο ότι εγκατέλειψε την τέχνη για το σκάκι, η αποκάλυψη του έργου θα αναστατώσει τους καλλιτεχνικούς κύκλους. Ο Duchamp δεν είχε λοιπόν εγκαταλείψει ποτέ την τέχνη ενώ ο αναμφισβήτητα οπτικός χαρακτήρας των Δεδομένων ερχόταν σε αντίφαση με τη γνωστή αντι-οφθαλμοκεντρική στάση του εκκεντρικού δημιουργού της Κρήνης (Fountain) και πατέρα της εννοιολογικής τέχνης. Συνεπώς, η προοπτική του Duchamp όσον αφορά τη δημιουργική διαδικασία χρειάζεται επανεκτίμηση καθώς δεν εξαντλείται στο αντι-καλλιτεχνικό, αντι-οφθαλμοκεντρικό μανιφέστο των ready-made(s). Με αφετηρία τα ready-made(s), η παρούσα εργασία επανεξετάζει την έννοια της δημιουργικής διαδικασίας στο έργο του Marcel Duchamp και στη συνέχεια με σημείο αναφοράς τα Δεδομένα επιχειρεί ν’ αντιληφθεί το πώς αυτή συναρθρώνεται στον χώρο του μουσείου, τον κατεξοχήν χώρο συνάντησης του παρατηρητή με το έργο τέχνης προτείνοντας μας μια νέα φιλοσοφία παρουσίασης και πρόσληψης της τέχνης. Η εργασία διαρθρώνεται σε έξι ενότητες. Στην πρώτη ενότητα παρακολουθούμε τη διαμόρφωση της καλλιτεχνικής φυσιογνωμίας του Duchamp μέσα στον χρόνο. Στη δεύτερη με αφορμή την Κρήνη επανεξετάζουμε το ready-made, το έμβλημα του εικονοκλάστη Duchamp. Διαπιστώνουμε ότι ο χρόνος αποτελεί σημαντικό στοιχείο για την κατανόηση του ready-made και των ζητημάτων που θέτει. Στην τρίτη ενότητα παρουσιάζονται τα Δεδομένα, το τελευταίο έργο του καλλιτέχνη με το οποίο απευθύνεται στο ιδανικό κοινό του, τις επερχόμενες γενιές. Η εγκατάσταση φαίνεται πως ήταν στρατηγικά σχεδιασμένη από τον ίδιο να ανατρέψει μετά τον θάνατό του τις μέχρι τότε θεωρίες για το σύνολο της καλλιτεχνικής του παραγωγής και φυσιογνωμίας. Στην τέταρτη ενότητα επιχειρούμε να διεισδύσουμε στη φιλοσοφία της τέχνης του Duchamp μέσω του σύντομου κειμένου του «Η Δημιουργική Πράξη» («The Creative Act») αντλώντας παράλληλα από διάφορα άλλα κείμενα που περιέχουν απόψεις του για την καλλιτεχνική δημιουργία ως μια πράξη που απαιτεί οπωσδήποτε τη συμμετοχή του παρατηρητή για την ολοκλήρωσή της. Στο πέμπτο κεφάλαιο εξετάζεται η σχέση του Duchamp με τον θεσμό του μουσείου, τον χώρο δηλαδή όπου συνήθως ολοκληρώνεται η δημιουργική πράξη από τον παρατηρητή. Το έκτο και τελευταίο κεφάλαιο επιχειρεί να αναδείξει το νέο καθεστώς ορατότητας που εγκαθιδρύουν με στρατηγικό τρόπο τα Δεδομένα στον χώρο του μουσείου. Στη θέση του μουσείου ως χώρου παθητικής θέασης της τέχνης, ο Duchamp προτείνει με τα Δεδομένα ένα περιβάλλον διάδρασης όπου το ίδιο το κοινό γίνεται ταυτόχρονα δημιουργός του έργου τέχνης αλλά και οργανικό κομμάτι του το οποίο υπόκειται στο ίδιο μέγεθος εξονυχιστικής παρατήρησης με το γυμνό της εγκατάστασης. Με αυτόν τον τρόπο, ο καλλιτέχνης εκθέτει αλλά και ανατρέπει μοναδικά τις παραδοσιακές μουσειακές τακτικές και συνήθειες.
  • ItemOpen Access
    Η Μακεδονική Καλλιτεχνική Εταιρεία "Τέχνη" και η πρόσληψη της αφαίρεσης στη Θεσσαλονίκη κατά την περίοδο 1951-1967
    Βελούδος, Σταύρος (Μεταπτυχιακή εργασία, 2022)
    Η εργασία με τίτλο «H Mακεδονική Καλλιτεχνική Εταιρεία και η πρόσληψη της Αφαίρεσης στη Θεσσαλονίκη κατά την περίοδο 1951-1967» επιχειρεί να εξετάσει το ρόλο που διαδραμάτισε το καλλιτεχνικό σωματείο της ʺΤέχνηςʺ στο εικαστικό περιβάλλον της μεταπολεμικής Θεσσαλονίκης και να διερευνήσει αν και σε ποιο βαθμό συνέβαλλε με τις δραστηριότητες της στην πρόσληψη της αφηρημένης τέχνης στη Θεσσαλονίκη. Η έρευνα εστιάζει τόσο στον κριτικό λόγο που άρθρωσε το σωματείο μέσα από το δελτίο «Η Τέχνη στη Θεσσαλονίκη» όσο και στην εκθεσιακή πολιτική που ακολούθησε κατά την εξεταζόμενη περίοδο προκειμένου να ανιχνεύσει την θέση που πήρε απέναντι στο κυρίαρχο ζήτημα της Αφαίρεσης που σταδιακά διείσδυε στον ελληνικό χώρο και αμφισβητούσε την παραδοσιακή παραστατικότητα Στο πρώτο κεφάλαιο της εργασίας επιχειρείται μια συνοπτική αναφορά στο ελληνικό και διεθνές μεταπολεμικό περιβάλλον των αρχών της δεκαετίας του 1950 προκειμένου να δοθεί το ιστορικό και πολιτικό πλαίσιο εντός του οποίου βρισκόταν η Ελλάδα και πιο συγκεκριμένα η Θεσσαλονίκη και να κατανοηθούν οι συνθήκες μέσα στις οποίες εκκολάφθηκε και υλοποιήθηκε η δημιουργία του πολιτιστικού σωματείου «Τέχνη». Το δεύτερο κεφάλαιο ιχνηλατεί την μετεμφυλιακή πολιτιστική φυσιογνωμία της πόλης της Θεσσαλονίκης και εξετάζει την πνευματική κίνηση που παρουσίαζε για να διαπιστώσει το διανοητικό και πνευματικό κλίμα που επικρατούσε την εποχή που πάρθηκε η απόφαση για την ίδρυση της Μακεδονικής Καλλιτεχνικής Εταιρείας. Στο τρίτο κεφάλαιο παρακολουθούμε την πορεία προς την δημιουργία του πολιτιστικού σωματείου «Τέχνη» από την εποχή της σύλληψης της ως ιδέας την περίοδο της Κατοχής μέχρι την ίδρυση της τον Ιούλιο του 1951 ενώ γίνεται μια αναφορά στην πρώιμη υποδοχή της αφηρημένης τέχνης στην Ελλάδα την ίδια περίοδο μέσα από την συνοπτική εξέταση συγκεκριμένων εκθέσεων. Στο τέταρτο κεφάλαιο εξετάζεται η συζήτηση που αναπτύχθηκε γύρω από την αφηρημένη τέχνη μέσα από το περιοδικό Η Τέχνη στη Θεσσαλονίκη η οποία σε μεγάλο βαθμό καθορίστηκε από τις θεωρητικές θέσεις και τις απόψεις που κατά καιρούς διατύπωνε στην κριτική που ασκούσε ο Μανόλης Ανδρόνικος. Μέσα από τα κείμενα αυτά γίνεται φανερή η σταδιακή διείσδυση και επικράτηση της Αφαίρεσης στη Θεσσαλονίκη καθώς και οι διαφορετικές αντιλήψεις που επικρατούσαν γύρω από το πιο καθοριστικό εικαστικό ζήτημα εκείνη την περίοδο. Στο πέμπτο κεφάλαιο εξετάζεται η πλούσια εκθεσιακή δραστηριότητα της Μ.Κ.Ε από το 1960 και μετά και παρουσιάζονται οι σημαντικότερες εκθέσεις αφηρημένης τέχνης που διοργάνωσε καθώς και οι αντιδράσεις που αυτές προκάλεσαν σε όσους αντιλαμβάνονταν την συστηματική προβολή της Αφαίρεσης μέσω του πολιτιστικού σωματείου ως μία προσπάθεια επιβολής της εκ μέρους του. Τέλος, στο τελευταίο μέρος της εργασίας αναλύονται τα συμπεράσματα της συγκεκριμένης μελέτης
  • ItemOpen Access
    Το εικαστικό έργο του Δημήτρη Κατσικογιάννη (1915-1991) στο πλαίσιο της πρόσληψης της μαρξιστικής αισθητικής στην Ελλάδα
    Λίτση, Σεβαστή Ε. (Μεταπτυχιακή εργασία, 2022)
    Αντικείμενο της παρούσας εργασίας είναι η διερεύνηση του εικαστικού έργου του ζωγράφου και γλύπτη, Δημήτρη Κατσικογιάννη (1915-1991). Πρόκειται για έναν καλλιτέχνη στρατευμένο και ενεργά αναμειγμένο στους κοινωνικούς αγώνες της εποχής του, ως μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας (ΚΚΕ), ο οποίος ενστερνιζόταν τις ιδέες του μαρξισμού και την κομμουνιστική ιδεολογία. Πηγή της έμπνευσής του ήταν το προσωπικό βίωμα των δεκαετιών του ’40 και του ‘50, ενώ η επιμονή σε θέματα αμιγώς κοινωνικά και πολιτικά χαρακτηρίζει το σύνολο της εικαστικής του παραγωγής. Πιο συγκεκριμένα, το έργο του εξετάζεται στο πλαίσιο της μαρξιστικής αισθητικής, όπως αυτή προσλαμβανόταν από τους μαρξιστές θεωρητικούς και κριτικούς της τέχνης στην Ελλάδα, κατά το διάστημα 1930-1980. Η εργασία χωρίζεται σε τέσσερα κεφάλαια. Δεδομένου ότι το έργο του Κατσικογιάννη είχε στενή σύνδεση με την ζωή του και ειδικότερα με την πολιτική του στάση και δράση, στο 1ο κεφάλαιο γίνεται μία προσπάθεια ανασύνθεσης της βιογραφίας του, ενταγμένης στο ιστορικό πλαίσιο της περιόδου. Στο 2 ο κεφάλαιο γίνεται μία προσπάθεια ανάλυσης του έργου του, μέσα από μία επιλεκτική παρουσίαση ορισμένων ζωγραφικών έργων του. Βασικοί άξονες της ανάλυσης είναι ορισμένα σταθερά θέματα στην εικονογραφία του, που αφορούν την βίωση του πολέμου και της φυλάκισης κατά τις δεκαετίες του ’40 και του ’50, ενώ μικρότερη έμφαση δίνεται στα θέματα που αφορούν τις δεκαετίες ’60 ’70. Επιπλέον, συζητιούνται ορισμένα ζητήματα μορφής και περιεχομένου στο έργο του, που έχουν να κάνουν με την τεχνοτροπία που χρησιμοποιεί, την ιδιαιτερότητα της εικαστικής του γραφής και τον πολιτικά στρατευμένο χαρακτήρα του έργου του. Στο 3ο κεφάλαιο επιχειρείται μία συνοπτική παρουσίαση της μαρξιστικής αισθητικής, όπως αυτή διαμορφώθηκε στην ΕΣΣΔ κατά το διάστημα 1930-1970, και μία αναφορά σε βασικούς θεωρητικούς όρους της, όπως ο σοσιαλιστικός ρεαλισμός και η σχέση μορφής και περιεχομένου στην τέχνη. Στην συνέχεια, γίνεται μία σε αδρές γραμμές παρουσίαση της πρόσληψης της μαρξιστικής αισθητικής στην Ελλάδα, μέσα από ορισμένες τοποθετήσεις Ελλήνων μαρξιστών θεωρητικών, πάνω στα ζητήματα της σχέσης μορφής - περιεχομένου, που αποτέλεσαν το επίκεντρο μίας ζωηρής συζήτησης στους κόλπους των μαρξιστών θεωρητικών της τέχνης και καλλιτεχνών διεθνώς. Στο 4ο κεφάλαιο επιχειρείται μία παρουσίαση της υποδοχής του έργου του Κατσικογιάννη από τους σύγχρονούς του αριστερούς τεχνοκρίτες στην Ελλάδα, κατά την περίοδο 1960-1980. Τέλος, τίθεται ένας ευρύτερος προβληματισμός σχετικά με την σκοπιμότητα μιας ιστορικοτεχνικής κατάταξης του έργου του Δημήτρη Κατσικογιάννη, με στόχο να αναδειχθεί πως η ιδιαιτερότητα της περίπτωσης του, μάλλον υποδεικνύει μία δημιουργική αφομοίωση διαφορετικών καλλιτεχνικών τάσεων
  • ItemOpen Access
    Η αισθητική κατηγορία του υψηλού και η Βυζαντινή τέχνη. Η περίπτωση του Π. Α. Μιχελή στο Ευρωπαϊκό συγκείμενο του πρώτου μισού αιώνα
    Λεμονή, Μαρία Δ. (Μεταπτυχιακή εργασία, 2021)
    Η εργασία αυτή αποτελεί τη διερεύνηση του διανοητικού πλαισίου της προσέγγισης της βυζαντινής τέχνης στο έργο του Π.Α. Μιχελή, Αισθητική θεώρηση της βυζαντινής τέχνης. Ο συγγραφέας επιχειρεί να αναδείξει τη σημασία της βυζαντινής τέχνης με τη βοήθεια ενός ερμηνευτικού σχήματος το οποίο αντλεί από τον κλάδο της φιλοσοφίας που ονομάζουμε Αισθητική. Ο Μιχελής, που δίδαξε για πολλά χρόνια αρχιτεκτονική θεωρία στο Μετσόβιο Πολυτεχνείο, δεν επιχειρεί μια ακόμη ιστορική επισκόπηση της βυζαντινής τέχνης, αλλά επιδιώκει να τεκμηριώσει την ευρωπαϊκή της ταυτότητα, όχι βασιζόμενος στα μορφολογικά της χαρακτηριστικά, αλλά στον αισθητικό της χαρακτήρα. Εντάσσει την καλλιτεχνική δημιουργία εν γένει σε ένα σχήμα εναλλαγής των αισθητικών κατηγοριών του Ωραίου και του Υψηλού που κυριαρχούν κάθε φορά στην κοσμοθεωρία μιας εποχής και διαμορφώνουν την τέχνη της. Θεμελιώνει στη συνέχεια το επιχείρημά του στο ότι, κατά τη γνώμη του, η αισθητική κατηγορία του Υψηλού κυριαρχεί στο σύνολο της μεσαιωνικής ευρωπαϊκής τέχνης, ανατολικής και δυτικής. Καθώς ο συγγραφέας συνδιαλέγεται με έναν αριθμό συγχρόνων του στοχαστών, στην πλειοψηφία τους Ευρωπαίων, η εργασία αποσκοπεί αρχικά στην κατανόηση του διανοητικού περιβάλλοντος στο οποίο το βιβλίο συγκροτήθηκε και αρθρώνεται σε τρία κυρίως μέρη, εστιασμένα στις αντιλήψεις για την αρχιτεκτονική, το Βυζάντιο και την ιστορία της τέχνης τόσο στην Ευρώπη όσο και στην Ελλάδα κατά τα τέλη του 19ου και τις αρχές του 20ου αιώνα. Το αίτημα διερεύνησης του περιεχομένου της εθνικής ταυτότητας στον ελληνικό μεσοπόλεμο συναντιέται με ανάλογα αιτήματα στο περιβάλλον της ευρωπαϊκής κρίσης που ακολουθεί τον μεγάλο πόλεμο. Όμως δεν είναι το Βυζάντιο που πρωταγωνιστεί στον σχετικό στοχασμό που είναι επηρεασμένος από τον γερμανικό ιδεαλισμό, αλλά η ελληνική αρχαιότητα. Χωρίς συγκρουσιακή πρόθεση, ο Μιχελής αρνείται να συνταχθεί με ένα ενδιαφέρον για τον βυζαντινό πολιτισμό που εξαντλείται στο κατά πόσο συνέβαλε στην κατασκευή της οργανικής συνέχειας του ελληνικού πολιτισμού από την αρχαιότητα ή στον εντοπισμό στοιχείων που συγκροτούν αποκλίσεις από τη γεωμετρική προοπτική της αναγέννησης και συναντήσεις με τη μοντέρνα τέχνη. Υιοθετώντας μια μάλλον «εκλεκτικιστική» πρακτική επιχειρεί μία δυναμική ανάγνωση στους μετασχηματισμούς που έλαβαν χώρα στον χώρο της νοτιοανατολικής Μεσογείου κατά την ύστερη αρχαιότητα ερμηνεύοντάς την ως περίοδο μετάβασης από την κυριαρχία του Ωραίου σε αυτήν του Υψηλού στην κοσμοαντίληψη της εποχής. Ένα ξεχωριστό τμήμα αυτής της εργασίας αναφέρεται στην κριτική που άσκησε ο Μιχελής στις απόψεις ορισμένων βυζαντινολόγων, όπως του Otto Demus για παράδειγμα, σχετικά με την εφαρμογή αντίστροφης προοπτικής στη βυζαντινή ζωγραφική, τη φροντίδα για οπτικές διορθώσεις προς χάρη του θεατή ή την κατάληψη, από τις απεικονιζόμενες μορφές, φυσικού χώρου μέσα στο ναό. Η κριτική του Μιχελή συνίσταται στο ότι παρόμοιες προσεγγίσεις προϋποθέτουν μια ορθολογική καλλιτεχνική πρόθεση, η οποία όμως στερεί από την τέχνη τη δυνατότητα της να βιωθεί. Διατηρώντας στον χρόνο μια εύστοχη και οξυδερκή προσέγγιση της βυζαντινής τέχνης ο Μιχελής διεκδικεί και μια θέση στην αφετηρία της συζήτησης για το μερίδιο της βυζαντινής τέχνης στη συγκρότηση της ευρωπαϊκής ταυτότητας.
  • ItemOpen Access
    O επαναπροσδιορισµός της τοπιογραφίας στο όψιμο έργο του Paul Cézanne : η εννοιολόγηση του τοπίου και η πορεία της τοπιογραφίας
    Κοροξενίδη, Αλεξάνδρα Ευτυχία Γ. (Μεταπτυχιακή εργασία, 2022)
    Στην όψιµη τοπιογραφία του Paul Cézanne (έργα από το 1880 – 1906) παρατηρείται ένας διάλογος στον οποίο η εξωτερική πραγµατικότητα - το τί της ζωγραφικής, δηλαδή το περιεχόµενο που εν προκειµένω είναι η φύση και το τοπίο – και η εσωτερική πραγµατικότητα - δηλαδή το πώς της ζωγραφικής, η µορφή του έργου, η έκφραση και η πρόσληψη του θέµατος – διεκδικούν την ανεξαρτησία τους τελικά όµως συγχωνεύονται. Ο ζωγράφος δεν αναπαράγει το τοπίο αλλά το αναδηµιουργεί. O Cézanne θεµατοποιεί την ζωγραφική διαδικασία, την πρόσληψη του θέµατος και ειδικότερα την όραση και το ζωγραφικό έργο ως αναπαράσταση. Πρόκειται για έναν επαναπροσδιορισµό της τοπιογραφίας η σηµασία του οποίου βρίσκεται και στο ότι περιγράφει µε καίριο και περιεκτικό τρόπο το ιστορικό συγκείµενο της εποχής καθώς αντανακλά τις λεπτές αποχρώσεις και εκδοχές της νεωτερικότητας και των εσωτερικών της αντιφάσεων, το πολύπλευρο θετικιστικό πνεύµα της εποχής και τον νατουραλισµό που αποτελεί µέρος του, την έννοια της χρονικότητας και της ζωγραφικής παράδοσης. Στην τοπιογραφία του Cézanne, υπάρχει σύνθεση και κορύφωση καίριων προβληµατισµών του τέλους του 19ου αιώνα που θα ανοίξουν τον δρόµο για τον επαναπροσδιορισµό/υποχώρηση της τοπιογραφίας. Ο ιµπρεσιονισµός λειτουργεί ως φόντο. Κύριες πηγές είναι τα γραπτά του καλλιτέχνη, κείµενα της εποχής και σκέψεις µελετητών του Cézanne. Η φαινοµενολογική προσέγγιση του έργου του ζωγράφου από τον Maurice Merleau-Ponty συνδυάζεται µε µία ιστορική προσέγγιση στην οποία η διευκρίνηση των όρων µε την ιστορική τους σηµασία κρίνεται απαραίτητη. Με βάση τις πηγές αυτές, σκοπός είναι να φανεί η σύζευξη αντικειµενικού υποκειµενικού µέσα από παραδείγµατα σύζευξης διάφορων πλαστικών στοχείων στα ίδια τα έργα. Η σύζευξη επεκτείνεται στον διάλογο ανάµεσα στο τοπικό και το οικουµενικό, την τεχνική και την δηµιουργία, την φύση και την δηµιουργία, το ανθρώπινο στοιχείο µε το τοπίο (στην ενότητα των Λουοµένων) και άλλες συναφείς έννοιες. Mέσα από την ένωση του θέµατος, της εξωτερικής φύσης και της εσωτερικής πρόσληψης, ο Cézanne «πραγµατώνει» το τοπίο και την ζωγραφική. Ο κόσµος δεν µπορεί να ιδωθεί παρά ως αναπαράσταση, παρά ως µία διαρκής καλλιτεχνική διαδικασία. Η τοπιογραφία δεν είναι ένα παράθυρο στον κόσµο αλλά µία εντρύφηση στην δηµιουργία. Η σηµασία µετακινείται από το ίδιο το θέµα στην αδιάσπαστη σχέση του έξω µε το µέσα. Τα τοπία του Cézanne κορυφώνουν την άνθιση της τοπιογραφίας τον 19o αιώνα, ταυτόχρονα όµως προετοιµάζουν την υποχώρηση, η καλύτερα τον επαναπροσδιορισµό της τοπιογραφίας
  • ItemOpen Access
    Η υποδοχή του τoπιογραφικού έργου του Οδυσσέα Φωκά κατά την περίοδο 1890-1920
    Καρακούρτη, Λαμπρινή Χ. (Μεταπτυχιακή εργασία, 2022)
    Η ζωγραφική στο ύπαιθρο εμφανίστηκε στην Ελλάδα στο τέλος του 19ου αιώνα ως μια νέα θεματική σε σχέση με τις μέχρι τότε επικρατούσες ιστορικές και ηθογραφικές σκηνές της επίσημης ακαδημαϊκής ζωγραφικής, μεταφέροντας στον καμβά εικόνες του φυσική περίγυρου του ανθρώπου και αποδίδοντας τες με ιδιαίτερο ενδιαφέρον ως προς τον χειρισμό του φωτός σε συνάρτηση με τον χρόνο. Κεντρικός στόχος της εργασίας αναδεικνύεται η μελέτη της υποδοχής του τοπιογραφικού έργου του Οδυσσέα Φωκά(1857-1946), κατά την περίοδο 1890-1920, βάσει κριτικών κειμένων και άρθρων τεχνοκριτών στον ελληνικό περιοδικό τύπο, με σκοπό να εντοπιστούν οι διαφορετικές αισθητικές και ιδεολογικές οπτικές του έργου του. Η μελέτη του κριτικού λόγου γύρω από το έργο του ζωγράφου συνδυάστηκε με μια σύντομη τεχνοτροπική πραγμάτευση των έργων, από το κληροδότημα του στην Εθνική Πινακοθήκη, ενός συνόλου που δεν έχει τύχει ακόμα καμίας συστηματικής μελέτης. Το τοπιογραφικό έργο του Οδυσσέα Φωκά κινείται μεταξύ μιας νατουραλιστικής ζωγραφικής και μιας ζωγραφικής, στην οποία ο καλλιτέχνης χρησιμοποιεί κριτικά και ανανεωτικά τις φόρμες της ακαδημαϊκής τέχνης, θέλοντας να ερμηνεύσει το φυσικό τοπίο μέσα στο οποίο δημιουργεί. Οι αντινατουραλιστικές αποδόσεις των τοπίων του με τις απλοποιήσεις, τις φωτεινές επιφάνειες και την απόρριψη της γραμμικής προοπτικής φανερώνουν τους προβληματισμούς του στην φόρμα και στο χρώμα και καταδεικνύουν την ουσιαστική σχέση του καλλιτέχνη με το φυσικό περιβάλλον. Μια σχέση που ερμηνεύεται από διαφορετικές αισθητικές απόψεις και μάλιστα προσανατολίζεται, όπως ανέδειξε η παρούσα εργασία, στη συμβολιστική διάσταση της καλλιτεχνικής δημιουργίας του Οδυσσέα Φωκά.