Repository logo
 

Communities in ArtΙΑ

Select a community to browse its collections.

Results 1 - 4 of 4
  • Πτυχιακές, Μεταπτυχιακές Εργασίες και Διδακτορικές Διατριβές
  • Δημοσιεύσεις ή άρθρα (δημοσιευμένα ή μη) σε περιοδικά και συνέδρια, βιβλία ή κεφάλαια βιβλίων ανοιχτής πρόσβασης
  • Έντυπες Εκδόσεις της ΑΣΚΤ (κατάλογοι εκθέσεων, τιμητικοί τόμοι, πρακτικά συνεδρίων κ.α.)
  • Φωτογραφικό και οπτικοακουστικό υλικό που παράγεται από το ίδρυμα στο πλαίσιο διοργάνωσης εκδηλώσεων, εκθέσεων, ομιλιών, συνεδρίων κλπ.

Recent Submissions

ItemOpen Access
ενοικώ
Προβατάρη, Άννα (Πτυχιακή εργασία, 2026-03-04)
Παραφράζοντας ένα απόσπασμα από το έργο του Ζορζ Περέκ «Χορείες χώρων»: Όταν «ενοικείς έναν τόπο», τον οικειοποιείσαι; Τι θα πει «οικειοποιούμαι έναν τόπο»; Από ποιο σημείο και μετά ένας τόπος γίνεται πραγματικά δικός σου; δοκιμάζω αλλάζω διευθετώ υποχρεώνω αναπαράγω φαντάζομαι επαληθεύω περιμένω επινοώ καταγράφω αποφασίζω τεντώνω πέφτω μονώνω γυρίζω πλάθω προστατεύω απομονώνω χαραμίζω αγκυλώνω υπομένω κόβω κρύβω συνδέω εγκαθιστώ συσσωρεύω πυροδοτώ σπάω δένω στερεώνω βυθίζω θάβω τακτοποιώ σκαρφαλώνω λειαίνω ξύνω αναρριχώμαι σκοντάφτω χάνω πνίγω σκεπάζω ξαναβρίσκω σημειώνω θυμάμαι πλησιάζω προσαρμόζω θαυμάζω εκπλήσσομαι ανυπομονώ παρεμβάλλω εκνευρίζομαι αναβάλλω εκτιμώ δέχομαι σφραγίζω στοχεύω συγκρατώ μεταφέρω αποσφραγίζω παρατηρώ ονειρεύομαι επιμένω υψώνω αναστενάζω ξεκρεμώ ξεριζώνω απομακρύνω ανακινώ χαράζω δολώνω αμπαρώνω αδειάζω ξαναρχίζω ισορροπώ ψάχνω βαδίζω ακολουθώ πλησιάζω φτιάχνω ταιριάζω αγγίζω μπαίνω ξεφυσώ βολεύομαι κατοικώ ζω. Το έργο με τίτλο «ενοικώ» αποτελείται από μια εγκατάσταση γλυπτών και μια σειρά σχεδίων και εστιάζει στη διερεύνηση της έννοιας του χώρου ως βιωματικής και μνημονικής κατασκευής. Ο χώρος δεν αντιμετωπίζεται ως ένα ουδέτερο, στατικό πλαίσιο, αλλά ως ένας ζωντανός οργανισμός που διαμορφώνεται και επαναπροσδιορίζεται μέσα από την ανθρώπινη παρουσία και τις εμπειρίες που εγγράφονται σε αυτόν. Μέσα από αυτή τη σκοπιά, ο χώρος λειτουργεί ως φορέας μνήμης, όπου το παρελθόν, το παρόν και το ενδεχόμενο μέλλον συνυπάρχουν και αλληλεπιδρούν. Οι μνήμες, συνδεδεμένες άρρηκτα με τον χώρο, φαίνεται να συντηρούνται, να μετασχηματίζονται και να επανερμηνεύονται. Κάθε χώρος φέρει τα ίχνη των ανθρώπων που τον κατοίκησαν — όχι μόνο ως φυσικά αποτυπώματα, αλλά και ως ψυχικά και συναισθηματικά φορτία. Η προσωπική μνήμη, ως ένα δυναμικό και μεταβαλλόμενο σύστημα, διαμορφώνει σε μεγάλο βαθμό την αντίληψη του ατόμου απέναντι στην ίδια την ύπαρξή του, αλλά και απέναντι στον κόσμο που το περιβάλλει. Το έργο επιχειρεί να φωτίσει την εύθραυστη και συχνά αδιόρατη σύνδεση ανάμεσα στην ύπαρξη —το χειροπιαστό, υλικό στοιχείο του χώρου— και την ανυπαρξία, που εκφράζεται μέσα από το μνημονικό δίκτυο, την απουσία και το ψυχικό βάρος που φέρει. Η αλληλεπίδραση αυτών των δύο καταστάσεων γεννά ένα ενδιάμεσο πεδίο, όπου η μνήμη λειτουργεί ως γέφυρα ανάμεσα στο ορατό και το αόρατο, στο παρόν και σε ό,τι έχει χαθεί ή μετασχηματιστεί. Μέσα από την εγκατάσταση των γλυπτών και τα σχέδια, επιχειρείται η δημιουργία «χώρων αντανάκλασης» — τόπων εσωτερικής παρατήρησης και σκέψης. Οι μορφές, τα υλικά και οιχαράξεις λειτουργούν ως οπτικά ίχνη της ανθρώπινης παρουσίας, μετατρέποντας τις εμπειρίες και τις μνήμες σε μια εικαστική γλώσσα που δεν αφηγείται γραμμικά, αλλά υποβάλλει και ενεργοποιεί τον θεατή. Ο θεατής καλείται να «περιπλανηθεί» μέσα στο έργο, να αναγνωρίσει δικά του βιώματα και να επαναδιαπραγματευτεί τη σχέση του με τον χώρο και τη μνήμη. Τελικά, το «ενοικώ» δεν πραγματεύεται μόνο την ατομική εμπειρία, αλλά επεκτείνεται και στη συλλογική διάσταση της μνήμης. Δεν επιδιώκει να αναπαραστήσει ένα συγκεκριμένο τόπο, αλλά να αποκαλύψει πως ο εκάστοτε χώρος που καταλύεται καταλήγει να ενσωματώνεται στο πρακτικό και φαντασιακό βίωμα του κατοίκου του. Οι προσωπικές αφηγήσεις συνδέονται με ευρύτερα κοινωνικά και πολιτισμικά συμφραζόμενα, αναδεικνύοντας πώς η σχέση του ανθρώπου με τον χώρο διαμορφώνει όχι μόνο την προσωπική του πορεία, αλλά και τη συλλογική ταυτότητα. Το έργο προτείνει τον χώρο ως τόπο εγγραφής της ύπαρξης, όπου η μνήμη παραμένει διαρκώς ενεργή, ρευστή και ανοιχτή σε νέες αναγνώσεις.
ItemOpen Access
Μεταμορφώσεις της Τελετουργίας, Αντλώντας παραδείγματα από το έργο του Adrian Paci
Σκόντι, Αρλίντα (Πτυχιακή εργασία, 0006-03-26)
Η παρούσα εργασία εξετάσει την τελετουργία ως μηχανισμό οργάνωσης της ανθρώπινης εμπειρίας και διερευνά τρόπους με τους οποίους οι τελετουργικές λειτουργίες μετασχηματίζονται στη σύγχρονη εποχή και επανεμφανίζονται μέσα στο πεδίο της σύγχρονης τέχνης. Αφετηρία αποτελεί η ιστορική και θεωρητική συγκρότηση της έννοιας της τελετουργίας μέσα από βασικές ανθρωπολογικές προσεγγίσεις, όπου αναδεικνύεται ως πρακτική που οργανώνει τον χρόνο, τον χώρο, το σώμα και τις κρίσιμες μεταβάσεις της ζωής. Στη συνέχεια, εξετάζονται οι νεωτερικές συνθήκες που μετασχηματίζουν το καθεστώς της συλλογικής εμπειρίας και αποδυναμώνουν παραδοσιακές τελετουργικές μορφές, μέσα από θεωρητικές αναγνώσεις που αναδεικνύουν την απώλεια του ρυθμού, της συμβολικής διάρκειας και της κοινότητας. Η εργασία δεν αντιμετωπίζει την τελετουργία ως φαινόμενο που εξαφανίζεται, αλλά ως λειτουργία που επιμένει μετασχηματισμένη, συχνά αποσπασματικά και μη θεσμοθετημένα. Στο πλαίσιο αυτό, η σύγχρονη τέχνη προσεγγίζεται ως πεδίο όπου μπορούν να ανιχνευθούν τελετουργικές λειτουργίες, όχι ως αναπαραστάσεις παραδοσιακών τελετών, αλλά ως πρακτικές που ενεργοποιούν μηχανισμούς μετάβασης, συμμετοχής και σωματικής εμπλοκής. Η προβληματική εφαρμόζεται στη μελέτη επιλεγμένων έργων του Adrian Paci, τα οποία ενεργοποιούν ζητήματα μνήμης, πένθους, αναμονής και κοινωνικής ένταξης, συγκροτώντας σχήματα που παραπέμπουν σε τελετουργικούς μηχανισμούς. Συμπερασματικά, η εργασία υποστηρίζει ότι η τελετουργία, παρότι αποδυναμώνεται ως θεσμική μορφή, εξακολουθεί να λειτουργεί ως ενεργό σχήμα οργάνωσης εμπειρίας, το οποίο μεταμορφώνεται και επανεμφανίζεται στο σύγχρονο καλλιτεχνικό πεδίο.
ItemRestricted access
Ο Ρόλος της Αφήγησης στην Κατασκευή της Ταυτότητας των Iστορικά Αναγνωρισμένων Δημιουργικών Υποκειμένων: Η Περίπτωση του Νικολάι Γκόγκολ
Κουίνη, Αιμιλία (Πτυχιακή εργασία, 2026-03)
Η παρούσα εργασία διερευνά την έννοια της ταυτότητας ως ιστορικής, κοινωνικής και πολιτισμικής κατασκευής, όπως αυτή συντίθεται μέσω των ιστορικών αφηγήσεων, της βιογραφίας και των λογοτεχνικών αναλύσεων Εξετάζοντας τις θεωρίες στοχαστών όπως ο Jean-François Lyotard, ο Michel Foucault και ο Hayden White, αναδεικνύεται η σχέση λόγου και εξουσίας και ο τρόπος, με τον οποίο οι αφηγήσεις συμβάλλουν στη συγκρότηση και διατήρηση κοινωνικών ιεραρχιών. Στο πλαίσιο αυτό, ο συγγραφέας προσεγγίζεται ως ιστορικό και πολιτισμικό προϊόν, φορέας πολλαπλών ταυτοτήτων, που κατασκευάζονται και επαναπροσδιορίζονται μέσω του έργου του, των βιογράφων του, του κριτικού λόγου και του αναγνωστικού κοινού. Η περίπτωση του συγγραφέα του 19ου αιώνα, Νικολάι Γκόγκολ επιλέγεται διότι η ιστορική προσωπικότητα του, κρίνεται ως αντιπροσωπευτικό παράδειγμα υβριδικής, κατακερματισμένης ταυτότητας. Η εργασία επιχειρεί να αναδείξει τις πολλαπλές εκφάνσεις της ταυτότητάς του, εθνικές, συγγραφικές, ψυχικές και έμφυλες και να διερευνήσει πώς αυτές αντανακλώνται στο έργο του, υπό το πρίσμα της μεταμοντέρνας και μετα-αποικιακής θεωρίας. Μέσα από τη συνάρθρωση φιλοσοφικών, ιστορικών και λογοτεχνικών προσεγγίσεων, ο Νικολάι Γκόγκολ αναδεικνύεται ως σύνθετο και αντιφατικό υποκείμενο, το οποίο συγκροτείται από τον λόγο, την ιστορία και τη μνήμη. Η εργασία καταλήγει ότι η κατανόηση του έργου του Γκόγκολ απαιτεί την αναγνώριση της υβριδικής φύσης της ταυτότητας του και την απελευθέρωσή του από μονοδιάστατες αναγνώσεις. Έτσι, ο Γκόγκολ αναδεικνύεται ως συμβολικό παράδειγμα της μεταμοντέρνας έννοιας του ταυτόχρονου, αντιφατικού και πολλαπλού υποκειμένου.
ItemRestricted access
Αναπαραστάσεις αρρενωπότητας και σχολιασμός της εξουσίας στο έργο του γλύπτη Θόδωρου.
Καμπούρης, Χρήστος (Πτυχιακή εργασία, 2026-03-02)
Η παρούσα πτυχιακή εργασία εξετάζει το έργο του γλύπτη Θόδωρου, με αντικείμενο τη συγκρότηση της αρρενωπότητας και τη σύνδεση της με ζητήματα εξουσίας, σωματικής δράσης και συμμέτοχης του θεατή. Η έρευνα επικεντρώνεται σε επιλεγμένα έργα της περιόδου από τα μέσα της δεκαετίας του 1960 έως τις αρχές της δεκαετίας του 1980, κατά την οποία ο καλλιτέχνης ανέπτυξε πρακτικές συμμετοχικής γλυπτικής, επιτελεστικότητας και περφόρμανς. Κεντρικός άξονας της ανάλυσης είναι το μοτίβο της «Ματράκ-Φαλλού», το οποίο εξετάζεται ως συμβολικό αντικείμενο που συμπυκνώνει τη σχέση ανάμεσα στη φαλλική αναπαράσταση, τη βία, τη δημιουργία και τη χειραγώγηση. Μέσα από τη μελέτη έργων όπως το «Ξυπνητήρι του Μεσονυχτιού», η έκθεση «Γλυπτική για τη Συμμετοχή του Κοινού - Απαγορεύεται η Συμμετοχή», καθώς και μεταγενέστερες εγκαταστάσεις και περφόρμανς, αναδεικνύεται η μετατόπιση της γλυπτικής από το αντικείμενο στη δράση και η ενεργοποίηση του θεατή ως συμμέτοχου της εικαστικής πράξης. Η μεθοδολογία βασίζεται στη θεωρητική και ερμηνευτική ανάλυση έργων σε συνδυασμό με τη ιστορική και κοινωνικοπολιτική τους τοποθέτηση, καθώς και στη διασταύρωση της εικαστικής πρακτικής με θεωρητικές προσεγγίσεις γύρω από το σώμα, την επιτελεστικότητα και τον λόγο. Η ανάλυση δείχνει ότι στο έργο του Θόδωρου η αρρενωπότητα συγκροτείται ως διαρκής διαπραγμάτευση μέσω της σωματικής δράσης, της συμμετοχής και της αποδόμησης των συμβολικών μορφών εξουσίας.
ItemOpen Access
Εικονοστάσια Χώρος, Τόπος, Μνήμη και Υλικότητα Μια σύγχρονη φωτογραφική προσέγγιση
Φωτοπούλου, Μαρίλια (Μεταπτυχιακή εργασία, 2024-01)
Τα εικονοστάσια ή προσκυνητάρια αποτελούν μια διαχρονική εθιμική πρακτική, άρρηκτα συν-δεδεμένη με την ανθρώπινη προσπάθεια διαχείρισης της απώλειας και του μυστηρίου του θανάτου. Η παρούσα εργασία εξετάζει τα εικονοστάσια όχι μόνο ως υλικά αντικείμενα, αλλά και ως φορείς μνήμης, πολιτισμικής κληρονομιάς και συμβολικής αλληλεπίδρασης με τον χώρο και τον χρόνο. Παράλληλα, διερευνά το σύνθετο πλέγμα εννοιών και ερμηνειών που τα καθιστούν πεδίο προσέγγισης βαθύτερων ψυχολογικών και συμβολικών διεργασιών. Η έρευνα, η οποία ξεκίνησε το 2020, βασίστηκε σε εκτενή φωτογραφική τεκμηρίωση και σε επιτόπιες παρεμβάσεις σε εικονοστάσια σε διάφορες περιοχές της Ελλάδας. Τα εικονοστάσια, με τα ποικίλα γεωγραφικά και αρχιτεκτονικά χαρακτηριστικά τους, ενσωματώνονται στο τοπίο, αναδεικνύοντας την πολυπλοκότητα και την ποικιλομορφία του ελληνικού χώρου, καθώς και τον τρόπο με τον οποίο η μνήμη εγγράφεται και αναπαράγεται υλικά και χωρικά. Το πρώτο μέρος του φωτογραφικού έργου εστιάζει στην ενσωμάτωση των εικονοστασίων στο τοπίο και στη σχέση τους με το περιβάλλον. Μέσα από τη διαπραγμάτευση της φωτογραφικής απόστασης και εγγύτητας, καθώς και του φωτογραφικού ρεαλισμού, αναδύονται το δέος απέναντι στον θάνατο, η ανθρώπινη ευαλωτότητα και η συντριβή, σε αντίστιξη με τον χώρο και τις συχνά απρόσμενες φυσικές, χωρικές και πολιτισμικές συνευρέσεις. Τα εικονοστάσια λειτουργούν ως τόποι συμβολικής φόρτισης, συχνά παραπέμποντας σε στοιχεία της ναοδομίας και της εκκλησιαστικής αρχιτεκτονικής. Η κλίμακα συνδέεται με τη σημασιοδότηση του χώρου ως τοπόσημου μνήμης και προσωπικού δράματος, ενώ η μνήμη και η λήθη εμφανίζονται ως ενεργές δυνάμεις που συγκροτούν τον τόπο. Στο δεύτερο μέρος του έργου, η εστίαση μετατοπίζεται στα εσωτερικά των εικονοστασίων. Οι εικόνες επιχειρούν να ενεργοποιήσουν μια αισθητηριακή και ποιητική συνθήκη, η οποία τροφοδοτεί ένα πεδίο μεταξύ μνήμης και φαντασίας. Μέσω προσωπικών παρεμβάσεων και επιλογών σύνθεσης, η φωτογραφική πράξη υπερβαίνει την απλή καταγραφή του υπαρκτού και στρέφεται στην απόδοση της ατμόσφαιρας, της βιωμένης εμπειρίας και της εσωτερικότητας του τόπου.