Communities in ArtΙΑ
Select a community to browse its collections.
- Πτυχιακές, Μεταπτυχιακές Εργασίες και Διδακτορικές Διατριβές
- Δημοσιεύσεις ή άρθρα (δημοσιευμένα ή μη) σε περιοδικά και συνέδρια, βιβλία ή κεφάλαια βιβλίων ανοιχτής πρόσβασης
- Έντυπες Εκδόσεις της ΑΣΚΤ (κατάλογοι εκθέσεων, τιμητικοί τόμοι, πρακτικά συνεδρίων κ.α.)
- Φωτογραφικό και οπτικοακουστικό υλικό που παράγεται από το ίδρυμα στο πλαίσιο διοργάνωσης εκδηλώσεων, εκθέσεων, ομιλιών, συνεδρίων κλπ.
Recent Submissions
Πτυχιακή Εργασία της Κουρνή Αθανασίας
Κουρνή, Αθανασία (Πτυχιακή εργασία, 2026-10-07)
Η αναπαράσταση δεν είναι μια διαφανής διαδικασία. Κάθε εικόνα διαμεσολαβείται από επιλογές, χειρισμούς και τρόπους θέασης. Η φωτογραφία δεν λειτουργεί ως αντανάκλαση της πραγματικότητας, αλλά ως μια κατασκευή της, μια διαρκής διαπραγμάτευση ανάμεσα σε αυτό που εμφανίζεται και σε αυτό που παραμένει εκτός κάδρου, ανάμεσα στην ολότητα και το θραύσμα. Στην παρούσα ενότητα έργων, η εικόνα αντιμετωπίζεται ως ένα πεδίο σχέσεων και
όχι ως ένα αυτάρκες αντικείμενο. Το νόημα δεν προκύπτει αποκλειστικά από τα επιμέρους στοιχεία της, αλλά από τον τρόπο με τον οποίο αυτά συνδέονται, αντιπαρατίθενται και αναδιαμορφώνουν το ένα το άλλο. Κάθε εικόνα αποκτά
διαφορετική σημασία μέσα από τη γειτνίασή της με άλλες εικόνες, δημιουργώντας συνδέσεις που δεν είναι πάντοτε δεδομένες, αλλά αναδύονται μέσα από την πράξη της παρατήρησης. Η επανάληψη, η μετατόπιση και η επανεμφάνιση οπτικών στοιχείων διαμορφώνουν ένα πεδίο όπου το οικείο μπορεί να γίνει αβέβαιο. Κάθε νέα εκδοχή φέρει ίχνη των προηγούμενων, όπως μια σκιά που επιμένει μέσα σε κάτι που μοιάζει καινούργιο. Η εικόνα δεν εξαντλείται σε αυτό που δείχνει· διατηρεί μέσα της κάτι από όσα προηγήθηκαν, όσα παραλείφθηκαν και όσα ενδέχεται να αναγνωριστούν εκ των υστέρων. Ο θεατής δεν βρίσκεται έξω από αυτή τη διαδικασία. Με τον χρόνο που αφιερώνει, τις συνδέσεις που ανακαλύπτει και τις ερμηνείες που διαμορφώνει, συμμετέχει στην παραγωγή του νοήματος. Το έργο συγκροτείται μέσα από αυτή τη σχέση ανάμεσα στον καλλιτέχνη, την εικόνα και τον θεατή, χωρίς να καταλήγει σε μία μοναδική και οριστική ανάγνωση. Η θέαση γίνεται έτσι μια πράξη προσέγγισης και παρέμβασης: αγγίζοντας νοητά την εικόνα, εισερχόμενος σε αυτήν, ο θεατής μεταβάλλει τη σχέση του μαζί της. Αυτό που αναδύεται δεν είναι μια σταθερή αλήθεια, αλλά ένα διαρκώς μεταβαλλόμενο πεδίο σημασιών, στο οποίο κάθε εικόνα αποτελεί ταυτόχρονα παρουσία, ίχνος και πιθανότητα μιας άλλης εικόνας.
Από τη φωτογραφία στην τεχνητή νοημοσύνη: μετασχηματισμοί του καλλιτεχνικού υποκειμένου
Αλεβίζου, Αθανασία (Μεταπτυχιακή εργασία, 2026-10-15)
Η εργασία εξετάζει ιστορικά και θεωρητικά πώς μετασχηματίστηκε το καλλιτεχνικό υποκείμενο σε περιόδους τεχνολογικής τομής, με αφετηρία τη φωτογραφία και σημείο αναφοράς την τεχνητή νοημοσύνη (ΤΝ). Ο μετασχηματισμός οργανώνεται σε επίπεδο πρόθεσης δημιουργού, καθώς φωτογραφία και ΤΝ αντιμετωπίζονται ως εκφράσεις μιας κοινής γενεαλογίας, όπου δημιουργικές λειτουργίες εξωτερικεύονται σε τεχνικά συστήματα. Το πρώτο μέρος εντάσσει τη φωτογραφία στο πλαίσιο της Βιομηχανικής Επανάστασης, της εξέλιξης της επιστήμης και της ανόδου της αστικής τάξης. Η πρόθεση αποσταθεροποιείται μέσα από τους άξονες της τυχαιότητας, της αντίληψης της φύσης ως δημιουργού και της απώλειας της χειρωναξίας. Η κρίση επεκτείνεται στο βλέμμα, με τη μηχανοποίηση της όρασης, που περιλαμβάνει δύο αλληλένδετες διαστάσεις: το αμερόληπτο μάτι και τη διεύρυνση μαζί με το οπτικό ασυνείδητο. Ακολουθούν η διεκδίκηση της καλλιτεχνικής υπόστασης της φωτογραφίας και η ευρύτερη υποχώρηση της αυθεντίας του δημιουργού τον 20ό αιώνα. Το δεύτερο μέρος ξεκινάει με την επισκόπηση της ΤΝ ως καλλιτεχνικού μέσου. Η κρίση μετατοπίζεται από την απώλεια πρόθεσης στην απόδοση προθετικότητας σε μηχανικά συστήματα και αναπτύσσεται σε τέσσερις άξονες: την απόδοση προθετικότητας (με παράδειγμα τον Refik Anadol), τη διάχυση της δημιουργικής διαδικασίας (Obvious), την ψευδο-τυχαιότητα και την εντροπία (κατάρρευση μοντέλου) και το μηχανικό βλέμμα (Trevor Paglen). Συνοψίζοντας, και οι δύο τεχνολογίες αναδύονται από τη βιομηχανική οργάνωση της εργασίας και την ανάγκη να υπαχθούν οι ανθρώπινες διεργασίες σε αυτοματοποιημένη διαμεσολάβηση. Η φαινομενική αυτονομία, ωστόσο, της μηχανής αποκρύπτει την ανθρώπινη εργασία που τη στηρίζει και τις επιλογές όσων τη σχεδιάζουν και την ελέγχουν. Η τεχνολογική διαμεσολάβηση δεν καταργεί απαραίτητα το καλλιτεχνικό υποκείμενο, αλλά το αναγκάζει να επανεφεύρει τον εαυτό του.
Έξε-λήξη
Κούρντι, Μαρία (Πτυχιακή εργασία, 2026-10)
Το παρελθόν είναι τόπος αναφοράς, και όχι τόπος κατοικίας. Η εξέλιξη συντελείται µέσα από κάθε ηµέρα που βιώνουµε. Ωστόσο, µέσα στην ίδια τη λέξη «εξέλιξη» εµπεριέχεται η «λήξη». Αυτή η συνύπαρξη της εξέλιξης και της λήξης αποτελεί τον πυρήνα της πρακτικής µου. Με απασχολεί η σχέση ανάµεσα στη µνήµη και την απώλεια, στο ίχνος και την απουσία, σε αυτό που διατηρείται και σε εκείνο που αναπόφευκτα φθίνει. Οι εµπειρίες και οι κληρονοµηµένες µνήµες δεν παραµένουν στατικές· µας ακολουθούν, διαµορφώνουν την πορεία µας και εγγράφονται στο σώµα και στη συνείδηση µας. Με ενδιαφέρει να διερευνήσω όχι µόνο τί επιλέγουµε να κρατήσουµε, αλλά και τί είναι εκείνο που µας κρατά δεµένους µε το παρελθόν. Οι κορµοί των δέντρων που πλαισιώνουν τον κήπο µου συνδέονται µε την αντίληψη του χώρου ως ένα πεδίο από διαδοχικές φροντιστικές χειρονοµίες. Η φροντίδα δεν νοείται εδώ ως η διατήρηση µιας παγιωµένης κατάστασης, αλλά ως µια διαδικασία που εξελίσσεται µέσα στον χρόνο. Οι κορµοί λειτουργούν έτσι ως ενδιάµεσοι τόποι µνήµης. Η ανάπτυξη, η φθορά και η σταδιακή εγκατάλειψη τους αναδεικνύουν την εφήµερη φύση κάθε ίχνους. Μέσα από τις υφές και τις επιφάνειες τους, οι κορµοί συσσωρεύουν χρονικές διαστρωµατώσεις, οι οποίες δεν γίνονται αντιληπτές ως εικόνες του παρελθόντος, αλλά ως υλικές µαρτυρίες µιας διαρκώς µεταβαλλόµενης
φροντίδας. Στην καλλιτεχνική µου πρακτική µου προσεγγίζω τη µνήµη ως µια διαδικασία τόσο διατήρησης όσο και µετασχηµατισµού. Εκµαγεύω επεισόδια της ύλης και τα εγκλωβίζω, αποτυπώνοντας στιγµές που επιχειρώ να διατηρήσω απέναντι στη φθορά του χρόνου. Δεν χρησιµοποιώ φιλµ, γιατί η φωτογραφία καταγράφει τον κορµό ως οπτική πληροφορία, προϋποθέτοντας απόσταση ανάµεσα στο σώµα και την εικόνα. Αντίθετα, ο γύψος αποδίδει µέσω της άµεσης επαφής του µε τον κορµό, το βάθος και το ανάγλυφο της επιφάνειας. Έτσι, η αποτύπωση δεν βασίζεται, κυρίως, στο φως και την όραση, αλλά στην αφή και την φυσική επαφή. Εστιάζω στην υφή, στον όγκο και στο κενό, καθώς και στη σχέση ανάµεσα στον χώρο και το αντικείµενο, ανάµεσα στο φυσικό και το τεχνητό. Τα εκµαγεία λειτουργούν ως σηµεία αλληλεπίδρασης και όχι αναπαράστασης. Αυτό που µε ενδιαφέρει δεν είναι η µορφή ως εικόνα, αλλά ως αποτύπωµα· ως φορέας µιας παρουσίας που έχει ήδη αποσυρθεί. Η γυψόγαζα έρχεται σε άµεση επαφή µε την επιφάνεια, την καλύπτει και σταθεροποιείται επάνω της. Μέσα από αυτή τη διαδικασία, η επαφή µετατρέπεται σε ίχνος. Το αποτέλεσµα δεν αφορά το ίδιο το σώµα, αλλά το περίβληµα του, ένα κενό που διατηρεί τη µορφή χωρίς να την περιέχει. Ένα όριο ανάµεσα σε αυτό που υπήρξε και σε αυτό που αποµένει. Η διαδικασία της επεξεργασίας λειτουργεί ως µεταφορά του χρόνου, της διαδροµής και της λήξης της. Οι κορµοί αποτελούν σηµεία σύνδεσης µε όσα έχουν προηγηθεί, διαδροµές που έχουν συντελεστεί στην επιφάνεια τους. Παραµένουν ίχνη ανάπτυξης, φθοράς, ανθρώπινης παρέµβασης και φροντίδας, µέσα από την υλικότητα και τις µεταβολές τους. Οι ιστορίες µε τις οποίες έρχοµαι σε επαφή δεν µου προσφέρονται ως ολοκληρωµένες και πλήρως προσβάσιµες αφηγήσεις. Τις προσεγγίζω αποσπασµατικά, µέσα από µια διεργασία διερεύνησης, επεξεργασίας και επανερµηνείας, µεταφέροντας και επανατοποθετώντας τα νοήµατα τους στο πλαίσιο µιας δίκης µου πραγµατικότητας. Επαναπροσεγγίζω ό,τι δεν επιθυµώ πλέον να αντικρίζω, µετασχηµατίζοντας το σε µια νέα συνθήκη. Η κληρονοµιά είναι µια έννοια οικεία και βαθιά προσωπική. Δεν αφορά µόνο αυτό που δεχόµαστε από το παρελθόν, αλλά και τον τροπο µε τον οποίο επιλέγουµε να διαχειριστούµε το παρόν.
Είναι κάτι που όλοι φέρουµε µε διαφορετικό τρόπο, άλλοτε ως βάρος και άλλοτε ως γαλήνη. Το έργο µου κινείται µέσα σε αυτή τη συνθήκη, αναζητώντας τρόπους µε τους οποίους η µνήµη, η απώλεια και ο χρόνος µπορούν να µετασχηµατιστούν και να αποκτήσουν νέα µορφή προσέγγισης.
Αντανακλάσεις έμφυλης βίας στην καθημερινότητα: Κοινωνικές αντιλήψεις, νομικές προεκτάσεις και επαναναγνώσεις των σκηνών καθημερινής ζωής στη ζωγραφική των Κάτω Χωρών κατά τον 17ο αιώνα
Τσοειδάκη, Βασιλική (Μεταπτυχιακή εργασία, 2026-10-09)
Η παρούσα μεταπτυχιακή εργασία διερευνά τις αναπαραστάσεις της έμφυλης βίας στη ζωγραφική των Κάτω Χωρών κατά τον 17ο αιώνα, εστιάζοντας στις σκηνές καθημερινής ζωής και στη σχέση τους με τις κυρίαρχες κοινωνικές αντιλήψεις, το θεσμικό και νομικό πλαίσιο και τα έμφυλα πρότυπα της εποχής. Στόχος είναι η κριτική επαναξιολόγηση εικαστικών έργων στα οποία οι έμφυλες σχέσεις εξουσίας και οι εκφάνσεις της βίας συχνά αναδύονται μέσα από την εικονογραφική αμφισημία, τον υπαινιγμό και τους μηχανισμούς κοινωνικής πειθαρχίας. Η μεθοδολογική προσέγγιση συνδυάζει την εικονογραφική και ιστοριογραφική ανάλυση επιλεγμένων έργων των Gerard ter Borch, Jan Steen και Bartholomeus van der Helst με τη διερεύνηση του θεσμικού και νομικού πλαισίου και τη μελέτη των ηθικοπλαστικών πραγματειών του Jacob Cats. Παράλληλα, εξετάζονται συγκριτικά ιστορικές και μυθολογικές παραστάσεις των Peter Paul Rubens και Rembrandt van Rijn, καθώς και το έργο του Christiaen van Couwenbergh, προκειμένου να αναδειχθούν οι διαφορετικοί τρόποι αναπαράστασης και οι βαθμοί ορατότητας της έμφυλης βίας. Η ανάλυση καταδεικνύει ότι στις σκηνές καθημερινής ζωής οι έμφυλες σχέσεις εξουσίας εκφράζονται κυρίως μέσα από την αμφισημία, τη γυναικεία απαξίωση και την προβολή κανονιστικών προτύπων συμπεριφοράς, ενώ στις ιστορικές και μυθολογικές παραστάσεις η σεξουαλική βία και ο βιασμός αποδίδονται συχνότερα με μεγαλύτερη αμεσότητα, μέσα από τη σωματική σύγκρουση, τον φόβο και την αντίσταση του θύματος. Η εξέταση του θεσμικού και νομικού πλαισίου και των
πραγματειών του Cats αναδεικνύει την κυριαρχία πατριαρχικών αντιλήψεων, αλλά και την ύπαρξη ορίων στην άσκηση της ανδρικής εξουσίας, καθώς και θεσμικών μηχανισμών αντιμετώπισης της βίας. Συμπερασματικά, οι εικαστικές αναπαραστάσεις αντανακλούν και εκφράζουν όψεις των κοινωνικών και νομικών αντιλήψεων της εποχής, χωρίς να αποτελούν πιστή αποτύπωση της κοινωνικής πραγματικότητας ούτε να τεκμηριώνεται κατ’ ανάγκην η
άμεση επίδρασή τους στη διαμόρφωση αυτών των αντιλήψεων. Η συγκριτική προσέγγιση αναδεικνύει τις συγκλίσεις και τις αποκλίσεις ανάμεσα στην εικόνα, τον νόμο και τον ηθικοπλαστικό λόγο, καθώς και τη σημασία της ιστορικά
προσδιορισμένης ερμηνείας της έμφυλης βίας.
«Torniamo all’antico e sarà un progresso»: η έκθεση του Γιάννη Τσαρούχη στη Ρώμη το 1974
Θεοδωροπούλου, Βενετία Ευγενία (Πτυχιακή εργασία, 2026-10-08)
Η παρούσα εργασία εξετάζει την ατομική έκθεση του Γιάννη Τσαρούχη στη γκαλερί Il Gabbiano στη Ρώμη το 1974. Η έκθεση αποτελεί σημαντικό σταθμό στη συνολική εικαστική πορεία του καλλιτέχνη, καθώς τόσο τα εκτιθέμενα έργα όσο και οι δηλωμένες προθέσεις του διαφοροποιούνται από αντίστοιχα προγενέστερων εκθέσεων. Το ενδιαφέρον για την έκθεση προέκυψε από τη διαπίστωση ότι, παρά την κομβική της σημασία ως σημείου στροφής στην καλλιτεχνική εξέλιξη του Γιάννη Τσαρούχη, δεν έχει μέχρι σήμερα αποτελέσει αντικείμενο συστηματικής έρευνας. Μέσα από τη μελέτη της δυτικής ζωγραφικής του 17ου και του 19ου ο ζωγράφος επιδίωξε να συνδυάσει τα προσωπικά του ζωγραφικά ενδιαφέροντα με τις τεχνικές της κλασικής παράδοσης, αναζητώντας μια μορφή πειθαρχίας μέσα από τη μαθητεία σε παλαιότερα πρότυπα. Η έρευνα βασίστηκε στην αυτοβιογραφία και τα γραπτά του Τσαρούχη, καθώς και σε πρωτογενείς μαρτυρίες και δευτερογενή βιβλιογραφία, μελέτες για τη ζωή και το έργο του καλλιτέχνη αλλά και για το ιστορικό και καλλιτεχνικό πλαίσιο της εποχής του. Ως αυτοτελές αντικείμενο έρευνας αντιμετωπίζεται ο κατάλογος της έκθεσης. Στην εργασία διερευνώνται τα δίκτυα εντός του κόσμου της τέχνης που κατέστησαν δυνατή την πραγματοποίηση της έκθεσης. Εξετάζονται, επίσης, τα έργα της έκθεσης ως προς τις μορφολογικές και θεματικές τους σχέσεις. Ιδιαίτερη σημασία δίνεται στην έννοια της «μελέτης», η οποία δεν αφορά μόνο την τεχνική άσκηση αλλά μια ευρύτερη διαδικασία μαθητείας και πειραματισμού. Παράλληλα, εξετάζονται οι αλληγορικές ενότητες των Τεσσάρων Εποχών και του Χορού, καθώς και η επανεμφάνιση μορφών και μοτίβων από προηγούμενα έργα. Η σύνδεση των επιμέρους συνθέσεων μεταξύ τους και ο διάλογος με την ιστορία της τέχνης συγκροτούν ένα αυτοαναφορικό εικαστικό σύστημα. Η έκθεση αποκαλύπτει μια ζωγραφική που δεν επιστρέφει απλώς στο παρελθόν, αλλά μετασχηματίζει τη δυτική παράδοση σε ένα νέο εικαστικό ιδίωμα.

