Μεταπτυχιακές εργασίες
Permanent URI for this community
Browse by
Browsing Μεταπτυχιακές εργασίες by Advisor "Γερογιάννη, Ειρήνη"
Results 1 - 4 of 4
Results Per Page
Sort Options
Item Open Access If you can't go through an obstacle, go around it. Water does.Καρατζαφέρη, Κατερίνα (Μεταπτυχιακή εργασία, 2025-02-25)Το παρόν έργο επιχειρεί να διερευνήσει τη σχέση της γυναικείας ταυτότητας με τους κοινωνικούς ρόλους και τα στερεότυπα που έχουν παραδοσιακά συνδεθεί με αυτήν. Μέσα από τη χρήση υλικών και τεχνικών όπως το σχέδιο και η ύφανση προσεγγίζονται ζητήματα όπως η υπομονή, η δημιουργικότητα και η αποδόμηση μιας επιφάνειας. Η θεματολογία αντλεί από λογοτεχνικές και μυθολογικές αναφορές, όπως η Οδύσσεια, ο μύθος της Αράχνης και η Πηνελοπιάδα, οι οποίες εμπλουτίζουν τη νοηματοδότηση του έργου. Παράλληλα, η επιλογή της υφαντικής ως πρακτική και η σύνδεσή της με τη γυναικεία εργασία αποτελεί αναφορά στις κοινωνικές προσδοκίες και απαιτήσεις που αποδίδονται στις γυναίκες. Το έργο συνομιλεί με τον χώρο, αξιοποιώντας την τοποθέτηση των στοιχείων του για να ενισχύσει την αίσθηση ροής, μεταμόρφωσης και αλληλεπίδρασης με το κοινό. Η δημιουργική διαδικασία δεν περιορίζεται μόνο στην κατασκευή, αλλά ενσωματώνει την έννοια της συνεχούς αλλαγής και της αναδημιουργίας. Ο τίτλος του έργου, καθώς και της γραπτής εργασίας, If you can't go through an obstacle, go around it. Water does. προέρχεται από το βιβλίο Πηνελοπιάδα της Margaret Atwood. Είναι μια φράση που η Πηνελόπη μνημονεύει, καθώς αποτελεί συμβουλή της μητέρας της την ημέρα του γάμου της. Η φράση ενσωματώνει την έννοια της προσαρμοστικότητας, της υπομονής και της υπέρβασης των εμποδίων – στοιχεία που συνδέονται στενά με την εικαστική μου πρακτική και την κεντρική θεματική της εργασίας μου. Ο τίτλος επιλέχθηκε γιατί αντικατοπτρίζει την έννοια της αντίστασης μέσω της ευελιξίας και της επιμονής, ένα μοτίβο που διατρέχει τόσο τη διαδικασία δημιουργίας του έργου όσο και τη θεματική των έμφυλων ρόλων και της αμφισβήτησης των κοινωνικών στερεοτύπων.Item Open Access Η πολιτιστική πολιτική του Ινστιτούτου Γκαίτε Αθηνών την περίοδο της ΔικτατορίαςΣπυρέλλη, Βασιλική (Μεταπτυχιακή εργασία, 2026-04-22)Η παρούσα μελέτη εξετάζει την πολιτιστική πολιτική του Ινστιτούτου Γκαίτε Αθηνών κατά την περίοδο της Δικτατορίας των Συνταγματαρχών (1967–1974), εστιάζοντας στον ρόλο του ως φορέα πολιτισμικής μεσολάβησης μέσα σε ένα αυταρχικό πολιτικό περιβάλλον. Αφετηρία της έρευνας αποτέλεσε η μελέτη της έκθεσης Νέοι Έλληνες Ρεαλιστές (1972), η οποία ανέδειξε ερωτήματα σχετικά με το κατά πόσο οι εκθεσιακές πρακτικές του Ινστιτούτου συνδέονταν με τη γενικότερη πολιτική στάση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας απέναντι στην Ελλάδα. Κεντρικός άξονας της εργασίας είναι η μελέτη περίπτωσης επτά Ελλήνων καλλιτεχνών (Θόδωρος, Αλέξης Ακριθάκης, Παντελής Ξαγοράρης, Κωνσταντίνος Ξενάκης, Κώστας Τσόκλης, Στάθης Λογοθέτης και Γιάννης Ψυχοπαίδης), οι οποίοι συμμετείχαν σε εκθέσεις του Ινστιτούτου και έλαβαν υποτροφίες από οργανισμούς, όπως το DAAD και το Ίδρυμα Ford. Η επιλογή τους επιτρέπει τη διερεύνηση της σχέσης ανάμεσα στις διεθνείς πολιτιστικές ανταλλαγές και τη διαμόρφωση της καλλιτεχνικής τους πορείας, καθώς και της επίδρασης των δυτικών πολιτιστικών δικτύων στο ελληνικό καλλιτεχνικό πεδίο. Η έρευνα βασίζεται σε εκτενή αρχειακή μελέτη (Ινστιτούτο Γκαίτε, ΕΜΣΤ, ΑΣΚΤ, Τελλόγλειο Ίδρυμα κ.ά.) και δευτερογενή βιβλιογραφία, επιδιώκοντας να καλύψει ένα σχετικά ανεξερεύνητο πεδίο: την εκθεσιακή πολιτική κατά τη διάρκεια της δικτατορίας. Τα βασικά ερευνητικά ερωτήματα αφορούν τη σύνδεση των εκθεσιακών δραστηριοτήτων και των υποτροφιών με στρατηγικές πολιτιστικής διπλωματίας της Δυτικής Γερμανίας και των ΗΠΑ, στο πλαίσιο του Ψυχρού Πολέμου. Παράλληλα, εξετάζεται κατά πόσο οι συνθήκες λογοκρισίας και περιορισμού της ελευθερίας έκφρασης επηρέασαν την καλλιτεχνική πρακτική, οδηγώντας σε πιο υπαινικτικές και εννοιολογικές μορφές δημιουργίας. Η εργασία αναδεικνύει επίσης τον ρόλο του Ινστιτούτου ως ενδεχόμενου «ασφαλούς χώρου» καλλιτεχνικής έκφρασης. Συνολικά, επιχειρείται η ανάδειξη της σύνθετης αλληλεπίδρασης μεταξύ πολιτικής συγκυρίας, πολιτιστικής διπλωματίας και καλλιτεχνικής παραγωγής, φωτίζοντας τις διαδρομές της τέχνης στην Ελλάδα της δικτατορίας και τη δυναμική σχέση μεταξύ εγχώριων και διεθνών καλλιτεχνικών δικτύων.Item Embargo Ο Σπαραγμός του Μινωταύρου: André Masson, «σκοτεινή» Ελλάδα και η σουρεαλιστική επανενεργοποίηση του διονυσιακού-ορφικού μυστικισμούΤσαγκάρη, Ευαγγελία Δήμητρα Άλια (Μεταπτυχιακή εργασία, 2026-06-30)Η μελέτη εξετάζει τη μεσοπολεμική πρόσληψη της ελληνικής αρχαιότητας από τη γαλλική πρωτοπορία, εστιάζοντας στο έργο του André Masson και στο διανοητικό περιβάλλον των αντιφρονούντων σουρεαλιστών που συσπειρώθηκαν γύρω από τον Georges Bataille, τα Documents και το Acéphale. Υποστηρίζει ότι, κατά τις δεκαετίες του 1920 και του 1930, η αρχαία Ελλάδα ανακατασκευάστηκε ως αρχαϊκό, βίαιο και μυστικιστικό πεδίο. Στο πλαίσιο αυτό, μορφές, μύθοι και τελετουργικές πρακτικές όπως ο Διόνυσος, ο Ορφέας, ο Μινώταυρος, η Πασιφάη, ο λαβύρινθος, ο σπαραγμός και ο Ακέφαλος εξετάζονται ως φορείς μοντερνιστικής ανασημασιοδότησης της αρχαιότητας. Μεθοδολογικά, η έρευνα συνδυάζει σπουδές πρόσληψης της αρχαιότητας, ιστοριογραφική ανάλυση, εκ του σύνεγγυς ανάγνωση πρωτογενών κειμένων, ανάλυση περιοδικών εκδόσεων και εικονογραφική-μορφολογική ανάλυση έργων τέχνης. Το corpus περιλαμβάνει επιλεγμένα σχέδια και ζωγραφικά έργα του Masson από τη δεκαετία του 1920 έως τις αρχές της δεκαετίας του 1940, σε συνάρτηση με κείμενα, εικόνες και σελιδοποιητικές πρακτικές των Cahiers d’art, Le Voyage en Grèce, Documents, Minotaure και Acéphale. Η μελέτη διερευνά τους όρους υπό τους οποίους η προκλασική, μινωική, κυκλαδική και διονυσιακο–ορφική Ελλάδα συγκροτείται ως «εσωτερικός Άλλος» της ευρωπαϊκής παράδοσης και υποστηρίζει ότι η στροφή του Masson προς την ελληνική μυθολογία και τις αρχαϊκές μορφές του ιερού πρέπει να κατανοηθεί πέρα από το επίπεδο της θεματικής ή εικονογραφικής επιλογής. Συνδέεται με ευρύτερες μεσοπολεμικές διαδικασίες πρωτογονιστικής ανακατασκευής της Ελλάδας, με την αντι-κλασικιστική κριτική των περιοδικών της πρωτοπορίας και με τη διαμόρφωση ενός διονυσιακο–ορφικού μυστικισμού στον κύκλο του Bataille. Στο υπό εξέταση υλικό, ο μυστικισμός δηλώνει μορφές έκστασης, απώλειας του εαυτού, σωματικού κατακερματισμού και παραβίασης των ορίων του υποκειμένου. Η συμβολή της μελέτης έγκειται στη σύνδεση δύο πεδίων που έχουν συχνά μελετηθεί ως διακριτά, αφενός της πρόσληψης της Ελλάδας από την ευρωπαϊκή πρωτοπορία και αφετέρου του σουρεαλιστικού ενδιαφέροντος για τον μυστικισμό, το ιερό και την τελετουργική βία. Η μελέτη δείχνει ότι η «σκοτεινή Ελλάδα» των αντιφρονούντων σουρεαλιστών συνιστά κομβικό πεδίο μέσα από το οποίο η πρωτοπορία ανακατασκευάζει την ελληνική αρχαιότητα ως χώρο χθόνιων λατρειών, αιματηρών τελετουργιών, διονυσιακής έκστασης και ορφικού σπαραγμού. Στο έργο του Masson, οι σφαγές, οι διονυσιακές και ορφικές συνθέσεις, οι παραλλαγές του Μινωταύρου και της Πασιφάης, καθώς και η μορφή του Ακεφάλου συγκροτούν ένα συνεκτικό εικονογραφικό σύστημα στο οποίο η συχνά βίαιη μυστικιστική εμπειρία αποδίδεται μέσα από τη θυσία, τον σπαραγμό, τη σεξουαλική βία και την αποδόμηση του ανθρωποκεντρικού σώματος.Item Open Access Οι απαρχές της επιμέλειας εκθέσεων σύγχρονης τέχνης στην Ελλάδα, 1976-1983Χρυσαφοπούλου, Σοφία K. (Μεταπτυχιακή εργασία, 2021)Η παρούσα ερευνητική μελέτη φέρει τον τίτλο «Οι απαρχές της επιμέλειας εκθέσεων σύγχρονης τέχνης στην Ελλάδα, 1976-1983». Στην παρούσα εργασία εξετάζονται οι απαρχές της επιμέλειας εκθέσεων στην Ελλάδα, εστιάζοντας στις πρακτικές του επιμελητή ως ανεξάρτητου δημιουργικού υποκειμένου. Η μελέτη των θεσμών συνιστά αναπόσπαστο κομμάτι της ιστορίας της τέχνης, και ως εκ τούτου, η ιστορία της ανάδυσης του επιμελητικού υποκειμένου στην Ελλάδα, όντας ένα πεδίο έως τώρα ανεξερεύνητο, κρίθηκε πως ήταν σημαντικό να μελετηθεί και να αναδειχθεί. Στο διάστημα 1976-1983 εντοπίζονται και αναλύονται ορισμένες περιπτώσεις εκθέσεων, όπου αρχίζουν να σκιαγραφούνται, έστω και δειλά, οι πρακτικές του επιμελητή εκθέσεων και η ανάδυσή του ως ανεξάρτητου δημιουργικού υποκειμένου. Η έρευνα εστιάζει κατά κύριο λόγο σε επιμελητές και επιμελήτριες που έδρασαν στην Ελλάδα εντός του συγκεκριμένου χρονικού πλαισίου, διοργάνωσαν ομαδικές θεματικές εκθέσεις με έμφαση στις νεότερες μεταπολεμικές εικαστικές τάσεις της ελληνικής τέχνης, επέλεξαν τους συμμετέχοντες καλλιτέχνες και τα έργα της έκθεσης, και τέλος, προσπάθησαν να αναπτύξουν έναν θεωρητικό λόγο γύρω από κάθε έκθεση που παρουσίαζαν. Ως αφετηρία της έρευνας ορίστηκαν τα χρόνια της Μεταπολίτευσης, και συγκεκριμένα το έτος 1976 με την έκθεση Διαδικασίες / Συστήματα, του ιστορικού τέχνης και τεχνοκριτικού Εμμανουήλ Μαυρομμάτη, καθώς τότε εντοπίζεται πιο συστηματικά, ένας νέος τύπος τεχνοκριτικού, που δεν ασχολείται αποκλειστικά με την κριτική αποτίμηση ενός έργου ή μιας έκθεσης, αλλά συνεργάζεται με καλλιτέχνες ή ομάδες καλλιτεχνών για τη δημιουργία μιας έκθεσης και ξεκινά να αναλαμβάνει χρέη επιμελητή εκθέσεων. Από το σύνολο των εκθέσεων που εντοπίστηκαν και καταγράφηκαν μέσα σε αυτό το διάστημα, μόνο οι δώδεκα κρίθηκε ότι ανταποκρίνονται ως έναν βαθμό στα ανωτέρω κριτήρια που τέθηκαν, και αξιοποιήθηκαν ως μελέτες περίπτωσης για τη σκιαγράφηση και την ανάδυση του επιμελητή ως δημιουργού-auteur. Η έρευνα ολοκληρώνεται στα τέλη του 1983, που κάνει την εμφάνισή του το Ίδρυμα ΔΕΣΤΕ με την ιστορικό τέχνης και τεχνοκριτικό Έφη Στρούζα στο τιμόνι των πρώτων βημάτων του. Το ΔΕΣΤΕ προτείνει και εν συνεχεία, διαμορφώνει έναν αρκετά διαφορετικό τρόπο προσέγγισης της επιμελητικής πρακτικής, εγγύτερο στα δυτικά πρότυπα, και αρχίζει να προωθεί και μια διαφορετική εικαστική αισθητική για τα ελληνικά δεδομένα της εποχής. Την εν λόγω περίοδο η επιμέλεια εκθέσεων στην Ελλάδα βρίσκεται ακόμη στα σπάργανα, αλλά μήπως θα μπορούσε ιστορικά να ιδωθεί ως μια στιγμή κομβική, που αρχίζει να διαφαίνεται στην Ελλάδα η αναγκαιότητα του ρόλου ενός νέου δημιουργικού υποκειμένου, και σταδιακά ενός νέου επαγγελματικού κλάδου;
